Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Αντρέας Φραγκιάς, Λοιμός, εκδ. Κέδρος


Ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά (1921-2001) αρχίζει και τελειώνει στο ζόφο, στην έλλειψη διεξόδου, στην απίστευτη παράνοια ενός σωφρονιστικού συστήματος. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει περάσει από την Ικαρία και τη Μακρόνησο πληρώνοντας φόρο για τα πολιτικά του φρονήματα και την αντιστασιακή του δράση. Η αναφορά όμως στο ιστορικό και βιωματικό υλικό αποτελεί μόνο το πλαίσιο και την αφορμή για τη μυθοπλασία του Λοιμού.

Ο συγγραφέας ταχυδρομεί την αφήγησή του απ’ την κόλαση. Η λογική έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Όλος ο πληθυσμός των κρατουμένων σαν ένα σώμα αισθάνεται τις πληγές του που είναι και πληγές του καθενός. Οι καταστάσεις είναι στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Όμως: «Η αντοχή δεν έχει μέτρο για να ξέρεις κάθε φορά πόση διαθέτεις και πώς να την ξοδέψεις». Η εξουθένωση είναι ψυχοσωματική. Βασανιστήρια στο σώμα, βασανιστήρια στην ψυχή. Διπλή εξουθένωση. Άλλοι τραυματίζονται βαριά, άλλοι πεθαίνουν, τρελαίνονται, αυτοκτονούν. Ο ένας υποπτεύεται τον άλλο για καρφί: «εδώ υπάρχουν χιλιάδες μάτια που παρακολουθούν και εποπτεύουν. Κεντρικοί, συμπληρωματικοί, βοηθητικοί, εφεδρικοί, πλάγιοι, φανεροί και αόρατοι οφθαλμοί, με οπτική ειδίκευση και ορισμένο έργο». «Ποινές, χρέη, επειδή δεν χειροκρότησες, τόσα γιατί παρακολούθησες αδιάφορα την ομιλία, διπλάσια γιατί δεν προσήλθες αυθορμήτως στην εργασία σου, τριπλάσια γιατί στο βλέμμα σου υπήρχε η ύβρις…» Η προστατευτική μοναχικότητα συγκρούεται με την ανάγκη για κοινωνικότητα.
Οι κρατούμενοι δεν έχουν ονόματα. Είναι κομμάτια ενός χαώδους παζλ που συντίθεται και αποσυντίθεται. Ο αφηγητής τους αποκαλεί με τα ψευδώνυμά, που προκύψανε από τι ζωή τους εκεί: ο κυνηγός, ο υδραυλικός που 'ναι καρφί, ο σοφέρ, ο ταχυδρόμος, ο καταστροφέας, ο εκκρεμής, ο ανεκτίμητος, ο περιδεής, ο καμπούρης, ο πρωτομάστορας, ο άνθρωπος με το κοριτσίστικο πρόσωπο, ο κάτωχρος άνθρωπος κ.ά.. Η ομαδοποίηση προσώπων και καταστάσεων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας οδηγεί στην κατανόηση της αντιμετώπισης της ζωής στα οριακά πλαίσια διαβίωσης των κρατουμένων. Οι χαρακτήρες, «σκιές από μαύρο χαρτόνι», αντλούν την ύπαρξή τους από τη κοινή ζωή στο κολαστήριο, μοιάζουν να έχουν γεννηθεί εκεί, να μην υπήρξαν πριν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι εκεί.
Το κυνήγι της μύγας επί ποινή και των ποντικών, η κατασκευή αχρείαστων τεχνικών έργων, η επιβολή του παραλογισμού στην πράξη και στις ομιλίες νουθεσίας των κρατούντων, της εξουσίας από τα μεγάφωνα είναι η καθημερινότητα της καταρράκωσης του ανθρώπου.
Ο ήλιος, το φως, η ζέστη και η θάλασσα, συνήθεις πηγές ευδαιμονίας του ανθρώπου, στο Λοιμό μεταβάλλονται σε «ήλιο που βαραίνει τις πέτρες», σε «απέραντο στρογγυλό ήλιο που σε πλακώνει», σε «ήλιος που είναι κούφιος, μια τρύπα στον ουρανό», σε «σκοτάδι λάμπει και στραβώνει», σε «κατάμαυρη θάλασσα κι έναν ανύπαρκτο ουρανό που μπερδευόταν με τους αφρούς της», «νερό που ερχόταν σαν μολύβι», σε «θάλασσα που έπηξε, το νερό που έγινε βαρύ» κ.α.
Ο λόγος του Αντρέα Φραγκιά είναι λιτός, χωρίς πολυτέλειες, με διακριτική χρήση της ειρωνείας, όσο του επιτρέπει το δραματικό γίγνεσθαι της ιστορίας του. Η απόδοση της πραγματικότητας εκτείνεται ώς τα χωράφια της αλληγορίας και του γκοτέσκου με ζοφερές ποιητικές εικόνες εμβαπτισμένες στο εξπρεσιονιστικό μελάνι.
Ο Λοιμός είναι ένα βιβλίο γραμμένο με πάθος για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, ως μόνη διέξοδο από τα αρχέγονα πάθη και τα ανιμιστικά κατάλοιπα που τον καταδυναστεύουν. Στέκεται ακριβώς στον αντίποδα για να καταδείξει τι συμβαίνει, όταν χάνονται οι λέξεις άνθρωπος και πολιτισμός. Όταν «η ορμητική προϊστορία απλώνεται και αναστρέφει τα πάντα χιλιάδες χρόνια πίσω». Ο αφηγητής λέει χαρακτηριστικά: «Δέομαι για τον εαυτό μου να μη γίνω σαύρα, κεφαλόποδο, πολύποδας, οστρακοφόρο, να μη γυρίσω στην προϊστορία».

Δημήτρης Παλάζης, 14/10/2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου