Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vakxikon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vakxikon. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Δ. Π. Παπαδίτσας, η μοναξιά της αυθεντικότητας


Στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιητικών απάντων του Δ. Π. Παπαδίτσα (1922-1987), ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, περιλαμβάνονται οι συλλογές:
Το φρέαρ με τις φόρμιγγες (1943), Εντός παρενθέσεως (1945-1949), Η περιπέτεια (1951-1953), Το παράθυρο (1955), Νυχτερινά (1956), Ουσίες (1959-1962), Εν Πάτμω (1964), Δύο ερμηνείες (1966), Όπως ο Ενδυμίων·(1970), Διάρκεια (1972), Αχερουσία ή Ένας Μονόλογος του Μένιππου (1974), Εναντιοδρομία (1977), Δυοειδής λόγος (1980), Η Ασώματη (1983), Το Προεόρτιον (1986) και κατάλοιπα (1987).

Η σχέση του Παπαδίτσα με το λόγο του διακατέχεται από μια δυναμική διαλεχτική. Στην αρχή του ποιήματος τον υποκινεί με στίχους δύναμης και ευστοχίας για να αναλάβουν κατόπιν οι δονήσεις του ίδιου του τού λόγου και να τον διαποτίσουν.

Γραφή εμβαπτισμένη στη μεταφυσική ως αναζήτηση της χαμένης ουσίας και τον υπερρεαλισμό γοητεύει με τη πλαστικότητά της, τους ήχους της, την ικανότητά της να κρατά σχετική ανεξαρτησία από τη στόχευση κατανόησης του ποιητικού περιεχομένου, με άλλα λόγια αναζητά την επίγνωση του ίδιου της του εαυτού μέσω λεπταίσθητων ανιχνεύσεων, πέρα από έξωθεν πρότυπα ή κανόνες σύνθεσης - ολοκλήρωσης. Οι σουρεαλιστικές εικόνες του Παπαδίτσα φέρνουν στο νου τους πίνακες του Εγγονόπουλου, διακρίνονται από μια μεταφυσική στατικότητα, σαν να στέκονται εκεί και να περιμένουν να περιγραφούν απ’ τον ποιητή.

Στα οράματά του ποιητή κυριαρχεί η αρχαία Ελλάδα. Η παρουσία της είναι καταλυτική, ο ποιητής, βαθύς γνώστης της, διαλέγεται μαζί της με φυσικό και απλό τρόπο, πάνω σ’ ένα ζωντανό πεδίο αναφοράς της διανοητικής του καθημερινότητας.

Χωρίς να φέρνει στο νου τη ρητορική του Σικελιανού ή τον πεσιμισμό του Σεφέρη, η ποίηση του Παπαδίτσα ατενίζοντας ποικιλοτρόπως την αρχαία Ελλάδα, έχει σαν κύριο γνώρισμα να την καθιστά παρούσα, πολύπλευρη, κυριαρχική στη ζωντάνια και την ακτινοβολία της μέσω της καταλυτικής στοχαστικής επίδρασης του ποιητικού σώματος.

Ο Παπαδίτσας αναζητώντας την ουσία του απόλυτου που διαπερνά το σχετικό της ιστορίας και των διακυμάνσεών της, οδηγείται στη συμπύκνωση μέσω της επίμονης σμίλευσης.

Χαρακτηριστική είναι μια σημαντική καμπή στην ποίησή του που ακολούθησε ένα ταξίδι του στην Πάτμο. Το ταξίδι έγινε η αφορμή για άνοιγμα των αναζητήσεών του, μια υπαρξιακή ‘διαπλάτυνση’ του δρόμου που οδηγεί στον ανθρώπινο προορισμό, ώστε να παραλάβει ακόμη περισσότερες πτυχές πνευματικότητας αρμονικά συνδυασμένες με την έκλυση του συναισθήματος και τον καταιγισμό εντυπωμάτων, που ο ποιητής προσπαθεί να βάλει σε τάξη, να περιορίσει σε στίχους, οι οποίοι τελικά ξεχειλίζουν και μας δίνουν τις εκπληκτικές συλλογές των τελευταίων χρόνων της δημιουργίας του (Δυοειδής λόγος, Η Ασώματη).

Ένας ακόμα μοναδικός ποιητικός δρόμος, ο μοναχικός δρόμος του Παπαδίτσα, που μεταγλώττισε τον λεκτικό ανθρώπινο κόσμο με τις δικές του αυθεντικές ανακαλύψεις της ανθρώπινης σφαίρας, μιας ιδιάζουσας ανθρωπογονίας δικής του επινόησης.


Δ. Π. Παπαδίτσα, Ποίηση
Εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη

Δημήτρης Παλάζης, Δεκέμβρης 2010

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Η μετάβαση από την ύπαρξη στη μη ύπαρξη - Ανάγνωση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου


Το μαύρο κουμπί, Ποίηση, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Κέδρος, 2006

Το πράσινο είναι ανάταση του χώματος· με αυτό ρηχά
ντυμένο αναρριχάται ώσπου δειλιάζει σαν από ίλιγγο.
Και με την πρόφαση του φθινοπώρου αρχίζει λύγισμα
στο σώμα του επιστρέφοντας· με κίτρινο σκεπάζοντας
διάσπαρτα ίχνη του ύψους που αξιώθηκε· της μάταιης
πτήσης του το τσάκισμα.


Μια ιδιότυπη επικοινωνία με τους νεκρούς, ή ακριβέστερα μια επικοινωνία με πρωτοβουλία των νεκρών του ποιητή με τον ίδιο.
Στερημένη από μεταφυσική, ανεπάντεχη, αλλά κατά κάποιον τρόπο φυσική, μια καθημερινότητα του έσω ανθρώπου που εισβάλλει στην καθημερινότητα του έξω ανθρώπου, που τελικά αποτυπώνεται σε ποιήματα, σπαράγματα, πεζόμορφες ποιητικές χρωματικές αποδόσεις.

Το άνοιγμα που έκανε ο ποιητής στην «Κλεμμένη ιστορία» με τις πεζόμορφες ονειρικές στοχαστικές εμβαπτίσεις επικεντρώνεται στο «Μαύρο Κουμπί» σ’ ένα εσωτερικό χώρο μη ύπαρξης, το χώρο ή τη χώρα των νεκρών, όπου τα πάντα μπορούν να εμφανιστούν ως δυνατά.

Οι νεκροί με την απουσία τους δημιουργούν ένα κενό. Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου, η μετάβασή του από την ύπαρξη στη μη ύπαρξη ταράζει με ανεξίτηλο τρόπο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ο Κώστας Παπαγεωργίου πραγματεύεται ακριβώς αυτό το κενό, την απουσία, που γεμίζει από τις ΄ονειρικές’ επισκέψεις των νεκρών και συντείνει στη μετακύληση του ζωντανού υποκειμένου στη θέαση της ανεστραμμένη χώρα των νεκρών του. Ο ανθρώπινος ουρανός είναι η κατοικία τους και η γη ο ουρανός τους. Όπως τα πάνω έτσι και τα κάτω, όπως διατείνεται ο Ερμής ο Τρισμέγιστος.

Τι όμως μπορεί να εμβαπτίσει ένα άνθρωπο σ’ αυτή την απόκοσμη χώρα, όπου η μνήμη ανακαλεί τους νεκρούς, αποκαθιστά μέρος των εντυπωμένων χαρακτηριστικών του, αλλά και εν τέλει μέσω μιας αδέσμευτης από τη συνείδηση ονειρικής πλοκής τους κάνει πρωταγωνιστές του εσωτερικού σώματος; Θα επικαλούμουν μια πολύ πρόσφατη απώλεια αγαπημένου προσώπου, που εκλύει ένα κύμα μαζικού στοχασμού περί της ανθρώπινης ύπαρξης και ανακαλεί με ευχέρεια παρόμοιες απώλειες στη διαδρομή του βίου.

Η διαφορά με τον Κώστα Παπαγεωργίου έγκειται στο ότι η επίκληση των νεκρών ή κατά τον ποιητή οι αυτόβουλες επισκέψεις τους, συνάντησαν μια ποιητική γραφή προς αυτή την κατεύθυνση. Η έλλειψη αναπνοής και ο αδιέξοδος ποιητικός χώρος ‘ανάσανε’ από την έλευση των νεκρών, οι νεκροί ανασαίνουν μέσα απ’ αυτόν δίνοντας το αντίπαλο βάρος στο ζύγι της έλλειψης αέρα.

Η ποιητική εικονοποιία έχει γίνει εντονότερη, οι εικόνες διαυγείς, σκηνικές, απελευθερωμένες απ’ τα σφιχτά δεσμά του λόγου.

Ο ποιητής μετουσιώνει μέρος του εαυτού του στο είδος της «ύπαρξης» των νεκρών του, είναι μια προϋπόθεση ή μια ανάγκη για να δέχεσαι τις επισκέψεις τους. Λόγος υποβλητικός, όπως αρμόζει στην υποδόρια εξιδανίκευση των αγαπημένων που απωλέσθησαν. Υποβλητικότητα στηριγμένη πάνω στη λιτή απογυμνωμένη γραφή που χαρακτηρίζει τον Κώστα Παπαγεωργίου, αλλά και μια ‘αλληγορία του κενού’, θα έλεγα, που έχει το προνόμιο του απρόσκλητου επισκέπτη της καθημερινότητας, που ο άνθρωπος καθώς ωριμάζει το αποδέχεται ως φυσικό μέρος της ζωής του.

«Το μαύρο κουμπί» προϋποθέτει μια αντισυμβατική ανάγνωση, μια κάθοδο στον αντισυμβατικό ουρανό του Κώστα Παπαγεωργίου, όπου λείπουν οι απαντήσεις, οι διέξοδοι, ο άνθρωπος αποκαθίσταται στην πραγματική του διάσταση, η οποία περικλείει τον εν δυνάμει θάνατό του, μια δυναμική ισορροπία όντος και μη όντος, κενό και ύλη σε μια μαγευτική συνύπαρξη, που κατ’ εξοχήν ο ποιητικός λόγος μπορεί να αποδώσει.

Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν τ. 10

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Γιώργου Χειμωνά, "Πεισίστρατος" - "Γιατρός Ινεότης" - "Χτίστες"


Τρία αντιπροσωπευτικά έργα της περιόδου 1960-1979

Γεννημένος το 1936 ο Γιώργος Χειμωνάς κάνει την εμφάνισή του στη νεοελληνική λογοτεχνία με τον ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟ (1960). Από χρονολογικής πλευράς ο συγγραφέας ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά.
Το όνομα Πεισίστρατος παραπέμπει στον γιο του Ιπποκράτη, τύραννο των Αθηνών και προστάτη των γραμμάτων και των τεχνών. Στο κείμενο του πεζογραφήματος κυριαρχεί ο διάλογος του αφηγητή με έναν εναλλακτικό του εαυτό, που τον ονομάζει Πεισίστρατο. Ο ίδιος ο Χειμωνάς, γιατρός στο επάγγελμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί παιδί του Ιπποκράτη με την έννοια της συγγένειας του επαγγέλματος. Ο σχέση του αφηγητή και του Πεισίστρατου είναι, θα λέγαμε, σχέση αγάπης και μίσους, που εναλλάσσονται και εναλλάσσουν τη βάση τους. Εμφανίζονται στιγμιότυπα ζωής και στιγμιότυπα σκέψεων και στοχασμών, που, όταν ωθούνται στα όρια, στεγάζονται κάτω από τον τίτλο «το υπερβολικό διήγημα». Άλλα θέματα είναι «ο δρόμος», «το ιατρείο», «η γειτονιά», « τυμπανιστής», «η χάρη», «ο βασιλιάς της Καρθαγένης», φιλοσοφία, με αυτοβιογραφικές νύξεις, δοσμένα με μια σουρεαλιστική μεγαλοπρέπεια.
Ήδη απ’ τον ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟ εμφανίζονται τα στοιχεία και οι τρόποι της γραφής του Χειμωνά, που θα ακολουθήσει και στα επόμενα πεζογραφήματά του. Η γραφή δεν ακολουθεί πιστά τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Διαπνέεται από μια προφορικότητα, που της χαρίζει ζωντάνια και θεατρικότητα. Η ειδολογική ταυτότητα του κειμένου είναι αινιγματική, η γραφή σκοτεινή, χωρίς όμως να γίνεται μεταφυσική. Αλλού επικρατεί η ποιητικότητα, αλλού ο στοχασμός, αλλού η διήγηση.

Μεσολαβούν τα πεζογραφήματα «Η εκδρομή» (1964) και «Το μυθιστόρημα» (1966).
Στο ΓΙΑΤΡΟ ΙΝΕΟΤΗ (1971), πρόκειται να έρθει το νέος είδος των ανθρώπων. Οι παλιοί άνθρωποι, ο τρομαγμένος λαός, πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ορισμένη μέρα, αφού γυρίσει ο καθένας στον τόπο του. Ο γιατρός Ινεότης ακολουθεί κι αυτός τον κόσμο. Έχει συντροφιά ένα γύφτο, ακονιστή μαχαιριών. Έμαθαν πώς δεν θα πεθάνουν χωρίς να πονέσουν, όπως τους είχαν πει, αλλά με βασανιστικό θάνατο σαν τιμωρία.
Πυκνή γραφή, τελετουργική, εσχατολογική. Ο Χειμωνάς αναδεικνύεται ανατόμος του ανθρώπινου σώματος. Διάσπαρτες εμπειρίες του συγγραφέα από νοσοκομεία, αρρώστιες, θανάτους. Γλαφυρές, δυνατές περιγραφές των προσώπων, τα εξωτερικά τους γνωρίσματα, χαρακτηριστικές κινήσεις, στάσεις. Χωρίς νύξη στο χαρακτήρα τους. Η γραφή δομείται και αποδομείται από πολύπλευρες αναφορές στο ίδιο θέμα. Η επιστροφή στο γενέθλιο τόπο είναι μια πράξη θανάτου, μια απογραφή θανάτου, μια επιστροφή στη γη, στο άγγιγμα του ανθρώπινου ορίου.

Από τον «εφηβικό» ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟ μέχρι τους ΧΤΙΣΤΕΣ (1979) μεσολαβεί περίπου μια εικοσαετία και επιπλέον τα πεζογραφήματα «Ο γάμος» (1975) και «Ο αδελφός» (1976).
Στους ΧΤΙΣΤΕΣ (1979), εκεί που όλα φαίνονταν να τελειώνουν, αρχίζει μια αναγέννηση των ανθρώπων. Βίαιη και σκληρή αναγέννηση. Εμφανίζεται ενας κήρυκας, που θα αναγγείλει αυτα που έχουν γίνει, δηλαδή είναι το αντίθετο του προφήτη. Ο κήρυκας θα σταθεί σ' ένα προσωρινό νησί από πέτρες στη μέση του νερού, που χτίστηκε απ' τους θαλασσινούς εργάτες, που χρωστούσαν ευγνωμοσύνη στον κήρυκα. Οι άνθρωποι της χώρας του δεν ήθελαν να τον ακούσουν. Εμφανίζονται οι κόρες του κήρυκα, που υπονομεύουν τον κήρυκα για λογαριασμό των ανθρώπων. Στο τέλος εμφανίζονται οι "χτίστες" [από τη Ξάνθη], σπουδαίοι τεχνίτες από αρχαία παράδοση, νομάδες. Έχτισαν τη χώρα που είχε ρημαχτεί με μεγαλοπρεπή οικοδομήματα. Τέλειωσαν κι έφυγαν, αλλά τα σπίτια έμειναν άδεια. Οι μόνοι κάτοικοι τους ήταν οι χτίστες, όσο τα έκτιζαν.

Ο αφηγητής ασχολείται με τη γέννηση, τις οικογένειες των ανθρώπων, τις «ραγισματιές απ' όπου μπαίνουν οι άνθρωποι στον κόσμο», την καταγωγή, τη παιδική ηλικία, τη βία, το θάνατο. Ο λόγος προσιδιάζει περισσότερο στην ονειρική ή οραματική εκδοχή του. Διαπλέκει το όνειρο με το στοχασμό και φτιάχνει μιαν άλλη πραγματικότητα ανιστορική. Ένα δίδυμο, έναν Πεισίστρατο του εαυτού του. Παράλληλα και επάλληλα αναδύεται η τραυματική επώδυνη πραγματικότητα των ανθρώπων, η ανθρώπινη συνείδηση, ο φόβος, οι λύπες τους, οι διωγμοί τους, οι λεπτομέρειες της ζωής, η ομορφιά και η ασκήμια, η γυμνή τοπολογία των σωμάτων. Το ανθρώπινο σώμα του Γιώργου Χειμωνά μιλά για το γένος και τα πάθη των ανθρώπων, όπως στην αρχαία τραγωδία. Η τέχνη αναπαράγει την ανθρώπινη πραγματικότητα, χοϊκή και σωματική.

Υπερρεαλιστικές εικόνες, όπως «η γυναίκα που ήταν μόνο κεφάλι», η συγκέντρωση των γυναικών με τα λευκά ρούχα, οι κλειστές ομπρέλες στα χέρια στην άμμο, προσδίδουν στο κείμενο μια ποιητική ένταση και φέρνουν στο νου πίνακες του Εγγονόπουλου. Όλα ζουν τον συμβολικό και συνάμα πραγματικό τους χαρακτήρα, συμβαίνουν σαν να γίνονταν πάντοτε.

Ο Χειμωνάς, αυτός ο σημαντικός σκαπανέας των γραμμάτων μας, με τη βιογραφία της όρασής του σε κανει ν’ αντιμετωπίζεις σοβαρά τη λογοτεχνία, κάτι που λείπει ασφυκτικά τον τελευταίο καιρό, που η εμποροποίηση και ειδωλοποίηση των πάντων κατέχει τα σκήπτρα. Η γραφή του, μαρτυρική ως τα όρια, κρατά ενωμένη την τέχνη με τη ζωή. Σε κανει να σκέφτεσαι για σένα, τη γλώσσα, το νόημά σου, το μύθο σου.

Δημήτρης Παλάζης, Περιοδ. Βακχικον, τ.7