Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Δημήτρης Χατζής, Το Διπλό Βιβλίο, εκδ. Ροδακιό


Το «Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή (1913 – 1981) πραγματεύεται κατά κύριο λόγο το θέμα της ξενιτιάς των Ελλήνων τη μεταπολεμική περίοδο προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Ο κεντρικός ήρωας, ο Κώστας, οικονομικός μετανάστης στη Γερμανία, εργάζεται στο εργοστάσιο συναρμολόγησης φανών κάθε είδους, το Αουτέλ και κατά κάποιο τρόπο αφηγείται τη ζωή του.

Προβάλλουν ανάγλυφα στιγμιότυπα στη Γερμανία, πώς κατέληξε εκεί, οι φίλοι του, η οικογένειά του, η προσωπική του ιστορία. Ο συγγραφέας αποτελεί και ο ίδιος ένα κεντρικό πρόσωπο του αφηγήματος, που ξεδιπλώνεται παράλληλα με τον κεντρικό ήρωά του, ο οποίος μάλιστα, όταν κάποια εποχή ο συγγραφέας θεωρείται χαμένος, αναλαμβάνει το ρόλο του και συγγράφει και ο ίδιος. Στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας και ο Κώστας έχουν μια αναπάντεχη συνάντηση μπροστά από το Αουτέλ.
Ο Δημήτρης Χατζής χρησιμοποιεί μη γραμμική αφήγηση, τα κεφάλαια παρουσιάζουν μια σχετική αυτονομία, που θυμίζει «Το τέλος της Μικρής μας Πόλης». Εν γένει, όπως έχει άλλωστε δηλώσει και ο ίδιος ο συγγραφέας, προσεταιρίζεται στοιχεία του κινήματος του μοντερνισμού, τα οποία όμως καθιστούν την αφήγησή του πιο ρεαλιστική – άλλωστε ποτέ η ζωή δεν εμφανίζει γραμμικότητα -, δένοντάς τη με παλιότερους τρόπους γραφής.
Παρά το ρεαλισμό και την απόδοση των πραγμάτων γυμνών, χωρίς στολίδια, η γραφή του καταφέρνει να απλώσει ένα δίχτυ συγκίνησης στον αναγνώστη, ανάλογο με το δίχτυ που έχει τυλίξει τους ήρωές του και τους οδηγεί σε προσωπικά αδιέξοδα.
Σε αντίθεση με «Το τέλος της Μικρής μας Πόλης», «Το Διπλό Βιβλίο» ενσωματώνει προς το τέλος την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, που θα ακολουθήσει τα νέα κοινωνικά δεδομένα ως αναγκαιότητα. Είναι, λοιπόν, ένα διπλό βιβλίο, της απόγνωσης, των κοινωνικών αδιεξόδων από τη μια και της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο από την άλλη. Μια πραγματικότητα και μια ουτοπία, σύμφυτες με τον ανθρώπινο ψυχισμό.

Δημήτρης Παλάζης, 02/11/2009

Δημήτρης Χατζής, Το τέλος της μικρής μας πόλης, εκδ. Ροδακιό


Ο Δημήτρης Χατζής (1913 – 1981) ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά λογοτεχνών και καλλιέργησε ιδιαίτερα το διήγημα. Το έργο του διέπεται από τα χαρακτηριστικά της γενιάς του, δηλαδή την άμεση συνάρτηση με την ιστορική πραγματικότητα και τους κοινωνικοοικονομικούς μετασχηματισμούς που προέκυψαν μεταπολεμικά.

«Το τέλος της μικρής μας πόλης» είναι μια συλλογή διηγημάτων, με το βασικό κοινό χαρακτηριστικό τη «μικρή πόλη», που αποτελεί παράλληλα και ένα είδος μυθιστορηματικού ήρωα.
Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων του είναι ως επί το πλείστον καθημερινοί άνθρωποι, της διπλανής πόρτας. Κουβαλάνε τις αξίες και τις αντιλήψεις που τους τροφοδότησαν οι προγενέστερες γενιές, σε μια κοινωνία που έχει αρχίσει ήδη να μεταλλάσσεται. Εμφανίζονται στην αρχή ως μέρος της δημόσιας ζωής της πόλης, όσο εξελίσσεται όμως η αφήγηση αποκαλύπτουν τις ενδόμυχες σκέψεις τους, “μαρτυρούν” τον εαυτό τους και προβάλλουν την υπαρξιακή τους αγωνία.
Η πίστη στην οργάνωση της κοινωνίας και τις παραδοσιακές αντιλήψεις κλονίζεται, το όραμα των ανθρώπων και οι προσδοκίες τους ακυρώνονται, η περιθωριοποίηση έχει διαβεί τις πύλες. Οι κάτοικοι της «μικρής πόλης» αναγκάζονται να αυτοεξοριστούν στο ίδιο τους το σπίτι. Οι γυναίκες, οι «ρωμιές γυναίκες», όπως τις αποκαλεί ο συγγραφέας, βρίσκονται στις ασθενέστερες τάξεις και υποφέρουν διπλά. Μια μόνο διέξοδος υπάρχει στην «πόλη»: μήπως και αναγνώσει έγκαιρα τις επερχόμενες ανατροπές και αλλάξει γρήγορα.
Μια πόλη στο μεταίχμιο, έχοντας ν’ αντιμετωπίσει από τη μια την εχθρική στάση της νέας κοινωνίας που διαμορφώνεται κι από την άλλη την εξουσία, παλαιά και νέα. Μια «μικρή πόλη», όπως τη ξέραμε, στο «τέλος» της.

Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο «τέλος της μικρής μας πόλης» είναι:

Ο Σιούλας ο Ταμπάκος
Ο Τάφος
Σαμπεθάι Καμπιλής
Η θεία μας η Αγγελική
Ο ντέτεκτιβ
Η διαθήκη του καθηγητή
Μαργαρίτα Περδικάρη


Δημήτρης Παλάζης, 01/11/2009

Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες Ι - Η Λέσχη, εκδ. Κέδρος


Το πρώτο μέρος της τριλογίας Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα (1911-1980),είναι η Λέσχη, σε νέα έκδοση (2005) από τις εκδόσεις Κέδρος, σχολιασμένη, σε φιλολογική επιμέλεια Χρύσας Προκοπάκη.
Ο συγγραφέας έζησε σ' ένα σταυροδρόμι πολιτισμών. Ντόπιοι και άποικοι, ξένες παροικίες κι ανάμεσά τους η ελληνική, σε μια συνύπαρξη που διαμορφώνει κοινωνικές πραγματικότητες πέραν των στενών ορίων του εκάστοτε λαού.
Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1942, η επίθεση του Ρόμελ στην Αφρική εξελίσσεται, πλήθος πρόσφυγες κατακλύζουν την Ιερουσαλήμ.

Η περιπλάνηση των ηρώων του Στρατή Τσίρκα στην «Ακυβέρνητη Πολιτεία» της Ιερουσαλήμ αναδεικνύει αυτή ακριβώς την οπτική του πρόσφυγα, του εξόριστου, του κυνηγημένου, του ξένου, με αποτυπωμένη πάνω του την παθολογία του πολέμου και το φόβο του θανάτου, αλλά και την ανάγκη για ζωή, για έρωτα. Μπλεγμένοι στους τροχούς μιας σκληρής, απάνθρωπης εποχής, έντιμοι ή ανέντιμοι, καθαροί ή βρώμικοι, οι άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν στο ιστορικό γίγνεσθαι και στην αμείλικτη σύγκρουση των εξουσιών για ένα καλύτερο μερίδιο στο παρόν και στο μέλλον.
Στη Λέσχη χρησιμοποιούνται διάφοροι αφηγηματικοί τρόποι. Κυριαρχεί όμως η τριτοπρόσωπη αφήγηση, που καθιστά ευκολότερη την παρακολούθηση των τεκταινόμενων, ενώ όπου χρησιμοποιείται το δεύτερο πρόσωπο ή η τριτοπρόσωπη αφήγηση έχει σαν στόχο να εμβαθύνει στον παλμό της σκέψης και των συναισθημάτων των ηρώων. Τότε εμφανίζονται φράσεις που κόβονται πριν ολοκληρωθούν και το νόημα υπαινίσσεται με μη καθοριστικό τρόπο.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Μάνος Σιμωνίδης, που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στον ανθρωπισμό και τις επιταγές της καρδιάς του και στις κομματικές προσταγές των «κομμένων κεφαλών», με χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Ανθρωπάκι».
Ο συγγραφέας δίνει έμφαση στην ιστορική ακρίβεια, που δένεται με τις ευαίσθητες απηχήσεις της στη συνείδηση των ηρώων του, ζωντανεύοντάς τους μέσα σε εξωτικά τοπία, πλασμένα με εξαιρετική διαύγεια, λεπτομέρεια και ποιητικότητα. Συναρπαστική ιστορία, που εξελίσσεται μέσα από την υποκειμενική ματιά των πρωταγωνιστών και την εξωτερίκευση της συνομιλίας τους με τη συνείδησή τους.

Δημήτρης Παλάζης, 30/10/2009

Τετάρτη 7 Απριλίου 2010

Σίγκμουντ Φρόιντ, Το ανοίκειο, εκδ. Πλέθρον


Τι είναι εκείνο που προκαλεί «μια απροσδιόριστη ανησυχία, ανάμεικτη με φόβο;» Γιατί η «η δίχως πρόθεση επάνοδος του Ομοίου» μας φέρνει σε δύσκολη θέση, ώστε να παραγκωνίζουμε το σύγχρονο επιστημονικό μας υπόβαθρο; Σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα επιχειρεί να δώσει ικανοποιητική απάντηση ο Φρόιντ με το δοκίμιό του για το ανοίκειο.

Ο συγγραφέας ξεκινά από τη βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα του ανοίκειου στον τομέα της ιατρικής και της ψυχολογίας, την οποία βρίσκει ανεπαρκή να καλύψει σε βάθος το θέμα του. Κάνει μια ενδιαφέρουσα περιήγηση στα λεξικά για τη λέξη unheimlich (ανοίκειο) και την αντίθετή της heimlich (οικείο), για να αντλήσει τις πρώτες διαπιστώσεις από τους ορισμούς στις διάφορες γλώσσες, αλλά και να προβεί σε διαπιστώσεις για τη συγγένεια των δύο όρων, όχι μόνο ως προς τη ρίζα, αλλά και όσον αφορά το γεγονός της μετατρεψιμότητας σε διάφορες περιπτώσεις του ενός στον άλλο. Για να καταλήξει ότι «το ανοίκειο είναι μια μορφή του τρομακτικού, η οποία ανάγεται σε κάτι παλαιόθεν γνωστό και οικείο».
Διερευνά κατόπιν την προέλευση του ανοίκειου στον άνθρωπο. Π.χ. ο πρωτόγονος φόβος για το θάνατο παραμένει ισχυρός στον άνθρωπο ακόμα και σήμερα. Είναι ένα δυνατό απωθημένο, έτοιμο να επανέλθει στην επιφάνεια. Γενικά, ό,τι εμφανίζεται σήμερα ως ανοίκειο, προϋποθέτει μια επαφή με υπολείμματα ανιμιστικής ψυχικής δραστηριότητας, των οποίων αναθερμαίνει την έκφραση και προκαλεί την ανάδυση.
Εντρυφά στο χώρο της λογοτεχνίας προκειμένου ν’ αντλήσει περαιτέρω στοιχεία, καθόσον «ό,τι δημιουργεί στη ζωή την αίσθηση του ανοίκειου, τη δημιουργεί και στη λογοτεχνία».
Αναλύει διηγήματα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, θίγοντας το τρόπο της δημιουργίας του ανοίκειου από το συγγραφέα και το συσχετίζει με τα βιώματά του.
Το ανοίκειο παύει να υπάρχει όταν η κρίση του αναγνώστη προσαρμόζεται στις συνθήκες της λογοτεχνικής πραγματικότητας. Σ’ αυτή τη περίπτωση φαντάσματα σαν τον Άμλετ και τον Μάκβεθ αντιμετωπίζονται σαν «νομιμοποιημένες» υπάρξεις και παύει υπάρχει διαμάχη στο επίπεδο της λογικής. Δηλαδή, αν εκείνο που έχει απορριφθεί σαν αληθινό από τη λογική ενδέχεται τελικά να είναι.
Διαχωρίζει όμως το ανοίκειο που φαντασιώνεται κανείς διαβάζοντας (λογοτεχνία) από εκείνο που βιώνει. Το πρώτο είναι συνηθισμένο και ασθενές, ενώ το δεύτερο σπάνιο και ισχυρό.

Εξαιρετικό δοκίμιο, αντάξιο της φήμης του συγγραφέα, που βοηθά στην κατανόηση του ανθρώπινου ψυχολογικού σύμπαντος. Ιδιαίτερα χρήσιμο επίσης και στους συγγραφείς, λόγω των διεξοδικών αναλύσεων τού ανοίκειου στο χώρο της λογοτεχνίας.

Δημήτρης Παλάζης, 20/10/2009

Άντον Τσέχοφ, Η Τέχνη της Γραφής, εκδ. Πατάκη


Ο Τσέχοφ ουδέποτε συνέγραψε ένα εγχειρίδιο οδηγιών προς νέους συγγραφείς, όπως έκαναν άλλοι ομότεχνοί του. Πρόκειται για μια επιλογή κειμένων κυρίως από την αλληλογραφία του συγγραφέα (συμπεριλαμβάνονται και επιστολές προς τον νεαρότερο Μ. Γκόρκι), που περιστρέφονται γύρω από τη γραφή και τη στάση του συγγραφέα απέναντί της και σε συνδυασμό με το κοικωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.

Περιέχει πρακτικές συμβουλές προς τους αποδέκτες της αλληλογραφίας του, οι οποίες όμως αγγίζουν ένα μεγαλύτερο κοινό και καταδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες για κάθε νέο συγγραφέα.
Σύμφωνα με τον Τσέχοφ, ο συγγραφέας πρέπει να βασίζεται στο βιωματικό υλικό του και να μην προσπαθεί να επινοεί «μαρτύρια που δε δοκίμασε και να ζωγραφίσει πίνακες που δεν είδε». «Η περιγραφή της φύσης πρέπει να είναι τέτοια, ώστε ο αναγνώστης, διαβάζοντας και κλείνοντας τα μάτια, να μπορεί αμέσως να φανταστεί το τοπίο». «Η αληθινή λογοτεχνία οφείλει να διδάσκει ή να υπόσχεται την ελευθερία» και πολλά άλλα συνθέτουν την βάση του αφηγηματικού σύμπαντος του Τσέχοφ.
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε θεματικές ενότητες από τον ανθολόγο Πιέρο Μπρουνέλο, που έγραψε μια εκτενή και κατατοπιστική εισαγωγή:
«Γιατί γράφουμε», «Για ποιον γράφουμε», «Τι να γράφουμε και πώς», «Πότε να γράφουμε και με ποιο ρυθμό» (Γενικά ζητήματα), «Να είστε φιλαλήθεις», «Περιγραφές», «Τα πρόσωπα», «Συναισθήματα», «Πράγματα που πρέπει να αποφεύγουμε», «Η λογοτεχνική κοινότητα» (Ειδικά ζητήματα) και «Μερικά τελευταία».
Στο τέλος υπάρχει μια πλούσια συλλογή φωτογραφιών.

Δημήτρης Παλάζης, 19/10/2009

Αντρέας Φραγκιάς, Λοιμός, εκδ. Κέδρος


Ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά (1921-2001) αρχίζει και τελειώνει στο ζόφο, στην έλλειψη διεξόδου, στην απίστευτη παράνοια ενός σωφρονιστικού συστήματος. Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει περάσει από την Ικαρία και τη Μακρόνησο πληρώνοντας φόρο για τα πολιτικά του φρονήματα και την αντιστασιακή του δράση. Η αναφορά όμως στο ιστορικό και βιωματικό υλικό αποτελεί μόνο το πλαίσιο και την αφορμή για τη μυθοπλασία του Λοιμού.

Ο συγγραφέας ταχυδρομεί την αφήγησή του απ’ την κόλαση. Η λογική έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Όλος ο πληθυσμός των κρατουμένων σαν ένα σώμα αισθάνεται τις πληγές του που είναι και πληγές του καθενός. Οι καταστάσεις είναι στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Όμως: «Η αντοχή δεν έχει μέτρο για να ξέρεις κάθε φορά πόση διαθέτεις και πώς να την ξοδέψεις». Η εξουθένωση είναι ψυχοσωματική. Βασανιστήρια στο σώμα, βασανιστήρια στην ψυχή. Διπλή εξουθένωση. Άλλοι τραυματίζονται βαριά, άλλοι πεθαίνουν, τρελαίνονται, αυτοκτονούν. Ο ένας υποπτεύεται τον άλλο για καρφί: «εδώ υπάρχουν χιλιάδες μάτια που παρακολουθούν και εποπτεύουν. Κεντρικοί, συμπληρωματικοί, βοηθητικοί, εφεδρικοί, πλάγιοι, φανεροί και αόρατοι οφθαλμοί, με οπτική ειδίκευση και ορισμένο έργο». «Ποινές, χρέη, επειδή δεν χειροκρότησες, τόσα γιατί παρακολούθησες αδιάφορα την ομιλία, διπλάσια γιατί δεν προσήλθες αυθορμήτως στην εργασία σου, τριπλάσια γιατί στο βλέμμα σου υπήρχε η ύβρις…» Η προστατευτική μοναχικότητα συγκρούεται με την ανάγκη για κοινωνικότητα.
Οι κρατούμενοι δεν έχουν ονόματα. Είναι κομμάτια ενός χαώδους παζλ που συντίθεται και αποσυντίθεται. Ο αφηγητής τους αποκαλεί με τα ψευδώνυμά, που προκύψανε από τι ζωή τους εκεί: ο κυνηγός, ο υδραυλικός που 'ναι καρφί, ο σοφέρ, ο ταχυδρόμος, ο καταστροφέας, ο εκκρεμής, ο ανεκτίμητος, ο περιδεής, ο καμπούρης, ο πρωτομάστορας, ο άνθρωπος με το κοριτσίστικο πρόσωπο, ο κάτωχρος άνθρωπος κ.ά.. Η ομαδοποίηση προσώπων και καταστάσεων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας οδηγεί στην κατανόηση της αντιμετώπισης της ζωής στα οριακά πλαίσια διαβίωσης των κρατουμένων. Οι χαρακτήρες, «σκιές από μαύρο χαρτόνι», αντλούν την ύπαρξή τους από τη κοινή ζωή στο κολαστήριο, μοιάζουν να έχουν γεννηθεί εκεί, να μην υπήρξαν πριν κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι εκεί.
Το κυνήγι της μύγας επί ποινή και των ποντικών, η κατασκευή αχρείαστων τεχνικών έργων, η επιβολή του παραλογισμού στην πράξη και στις ομιλίες νουθεσίας των κρατούντων, της εξουσίας από τα μεγάφωνα είναι η καθημερινότητα της καταρράκωσης του ανθρώπου.
Ο ήλιος, το φως, η ζέστη και η θάλασσα, συνήθεις πηγές ευδαιμονίας του ανθρώπου, στο Λοιμό μεταβάλλονται σε «ήλιο που βαραίνει τις πέτρες», σε «απέραντο στρογγυλό ήλιο που σε πλακώνει», σε «ήλιος που είναι κούφιος, μια τρύπα στον ουρανό», σε «σκοτάδι λάμπει και στραβώνει», σε «κατάμαυρη θάλασσα κι έναν ανύπαρκτο ουρανό που μπερδευόταν με τους αφρούς της», «νερό που ερχόταν σαν μολύβι», σε «θάλασσα που έπηξε, το νερό που έγινε βαρύ» κ.α.
Ο λόγος του Αντρέα Φραγκιά είναι λιτός, χωρίς πολυτέλειες, με διακριτική χρήση της ειρωνείας, όσο του επιτρέπει το δραματικό γίγνεσθαι της ιστορίας του. Η απόδοση της πραγματικότητας εκτείνεται ώς τα χωράφια της αλληγορίας και του γκοτέσκου με ζοφερές ποιητικές εικόνες εμβαπτισμένες στο εξπρεσιονιστικό μελάνι.
Ο Λοιμός είναι ένα βιβλίο γραμμένο με πάθος για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του, ως μόνη διέξοδο από τα αρχέγονα πάθη και τα ανιμιστικά κατάλοιπα που τον καταδυναστεύουν. Στέκεται ακριβώς στον αντίποδα για να καταδείξει τι συμβαίνει, όταν χάνονται οι λέξεις άνθρωπος και πολιτισμός. Όταν «η ορμητική προϊστορία απλώνεται και αναστρέφει τα πάντα χιλιάδες χρόνια πίσω». Ο αφηγητής λέει χαρακτηριστικά: «Δέομαι για τον εαυτό μου να μη γίνω σαύρα, κεφαλόποδο, πολύποδας, οστρακοφόρο, να μη γυρίσω στην προϊστορία».

Δημήτρης Παλάζης, 14/10/2009

Δημήτρης Οικονόμου, Η πόλη του Αναστέλλοντος Ηλίου, εκδ. Μελάνι


Στη μελλοντική Ελλάδα του Δημήτρη Οικονόμου επικρατεί ένα κόμμα "ενωτικό" με συντριπτική πλειοψηφία, τρεις γενιές πρωθυπουργοί από την ίδια οικογένεια και η Δημόσια Αισθητική που είναι η "ιδεολογία" του. Η Δημόσια Αισθητική εκφράζεται μέσα από τρεις θεμελιώδεις αρχές: του Σεξ, της Κοινωνικότητας και της Επίδειξης.

Στην ουσία όμως πρόκειται για μια εκφυλισμένη δήθεν κοινωνικότητα, σεξ για το σεξ και αυτοπροβολή χωρίς όρια. Η πρωτοτυπία, η φαντασία, το εναλλακτικό, η μοναχικότητα, η ατημελησιά διώκονται όχι άμεσα, αλλά έμμεσα μέσω της Δημόσιας
Χλεύης, την οποία υποδαυλίζουν τα χαλκευμένα από την κυβέρνηση ΜΜΕ.
Κεντρικός ήρωας, ο διάσημος αρχιτέκτονας Ζώης Δαμιανός καλείται από τον πρωθυπουργό Αρίστο Συνετό με σκοπό την ανέγερση ενός λαμπρού πρωθυπουργικού μεγάρου στο Λυκαβηττό, που θα επισκιάσει τη "γερασμένη" Ακρόπολη και θα γίνει σύμβολο της νέας εποχής, δηλ. στην περίπτωσή μας της κοινωνίας της Δημόσιας Αισθητικής.
Τον αρχιτέκτονα προσεγγίζει η Ιώ, μια όμορφη νεαρή συνάδελφος που εργάζεται στο γραφείο του. Η Ιώ είναι μέλος της μυστικής αντιστασιακής οργάνωσης "Ελεύθερη Σκέψη" και έχει στόχο, μέσω της ερωτικής επίδρασής της στον Δαμιανό να ανατρέψει ή τουλάχιστον να περιορίσει τις δυσμενείς επιπτώσεις από το εγχείρημα της κυβέρνησης.
Ο αρχιτέκτονας ερωτεύεται την νεαρή συνάδελφό του και αυτό τον ρίχνει σε περιπέτειες. Τόσο σε σύγκρουση με τα μέχρι τότε πιστεύω του, όσο και σε σύγκρουση με το καθεστώς.
Ο Σταβέρης, ποιητής(!) και αρχηγός της μυστικής οργάνωσης που εξασφαλίζει μέσω της Δημόσιας Χλεύης την εξουθένωση των αντιπάλων της Δημόσιας Αισθητικής, δίνει ένα γερό χτύπημα στην "Ελεύθερη Σκέψη", στο Δαμιανό και την αγαπημένη του Ιώ, γιατί έχει άλλο στόχο, πιο σημαντικό...

O Δημήτρης Οικονόμου δαιμονοποιεί τα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και τα προβάλλει σε μελλοντικό χρόνο, σε μια πιθανή εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας σε κοινωνία της Δημόσιας Αισθητικής και της Δημόσιας Χλεύης. Αλληγορική διάθεση, γεροδεμένη δομή, αλλά την πραγματική αναπνοή του καθορίζει η καταιγιστική δράση προς το τέλος, η σύνθεση και η κορύφωση σε κάτι που υπήρχε ο φόβος να γίνει, αλλά που κανείς στο βάθος του δεν το πίστευε.

Δημήτρης Παλάζης, 12/10/2009