Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Σταύρος Καμπάδαης, Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι; εκδ. Αλεξάνδρεια


Η συλλογή Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι; είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Σταύρου Καμπάδαη. Έχουν προηγηθεί οι ποιητικές συλλογές Διαπόμπευση, εκδ. Αλφειός 2004 και Γιατί καθετί που πουλιέται δεν έχει καμία αξία, εκδ. ASHINART 2007.

Είναι γεγονός ότι πολλές φορές το τρίτο βιβλίο ενός ποιητή αποτελεί ένα ορόσημο. Στο πρώτο βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το θέμα της έκθεσης στο κοινό, πώς θα σε δουν, δηλαδή. Με το δεύτερο καταλαβαίνεις πως έχεις να πεις κάτι παραπάνω που δεν είπες στο πρώτο, ίσως και κάτι διαφορετικό. Παράλληλα, η σιγή όμως στο χώρο της ποίησης είναι μεγάλη. Οι αναγνώστες εκλείπουν. Η ποίηση έχει τεθεί εκτός των μέσων διάδοσης και παρόλα αυτά δεκάδες ποιητικές συλλογές εκδίδονται κάθε χρόνο σε πείσμα των καιρών. Δικαίως λοιπόν ο Σταύρος Καμπάδαης θέτει το ερώτημα: «Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;». Το ερώτημα του ποιητή και της γραφής του. Ένα ερώτημα που έχει σχέση με αριθμούς, αλλά στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχει μαζί τους. Είναι η διαρκής αμφιβολία του ποιητή, η εναλλαγή της αμφισβήτησης με την σιγουριά, με διαβάζουν-δε με διαβάζουν, είμαι ποιητής-δεν είμαι, βάζω κι εγώ ένα λιθάρι στην ποίηση ή δεν βάζω και τι είδους λιθάρι είναι αυτό κ.λπ. κ.λπ.
Σαφώς δεν καίγεται ο Σταύρος Καμπάδαης, αλλά προχωρεί με την τρίτη του συλλογή με μια γλώσσα σταράτη, που μιλά κατευθείαν, χωρίς λοξοδρομήσεις και εκπεσόντες συναισθηματικούς λυρισμούς. Όσοι αναζητούν καλολογικά στοιχεία, δεν θα τα βρουν. Γραφή λιτή, δωρική, με άρωμα μπιτ, σε κατευθύνει στο κέντρο του ποιητικού σημαίνοντος, όπου μετουσιώνονται όλες οι σημαντικές στιγμές του ποιητή και βρίσκει διέξοδο το προσωπικό του σημαντικό, διατηρώντας όλο το άρωμα της νόησης ή της αίσθησης.
Ποιήματα ζωντανά, με φρεσκάδα, μοιάζουν να γράφονται τη στιγμή που βιώνεται το ερέθισμα. Σου απευθύνονται, σου μιλούν σαν να είσαι δίπλα, να μη μεσολαβούν οι αποστάσεις, το χαρτί. Ακούγεται η φωνή του ποιητή, αυτό είναι όλο, σου λέει, αυτό γράφω, έτσι είμαι.
Ο Σταύρος Καμπάδαης εστιάζει στα κύρια σημεία της πραγματικότητας αποστάζοντας την καθημερινότητα. Ακόμα και η είσοδος των ονείρων στην ποίηση του παρουσιάζεται ως ισάξια πραγματικότητα.
Καταστατικά ειλικρινής βάζει το μαχαίρι στην πληγή, όποτε το κρίνει απαραίτητο. Ο Σταύρος Καμπάδαης οδηγείται σ' έναν ποιητικό ρεαλισμό, όπου όμως διαρκώς υποκρύπτεται η διαρκής σκόπιμη απονεύρωση της ρομαντικής διάθεσης, η ανάγκη για την παιδική αθωότητα που ζει στο βάθος και αναζητά στο περιβάλλον τρόπους να βγει και να συνομιλήσει. Οι συνεχείς διαψεύσεις ενός δρόμου επικοινωνίας δίνουν την περισσότερη ένταση στην επιθυμία αυτή.
Δραματικές ψυχολογικές καταστάσεις αναπαρίστανται ως μικρές ιστορίες, φαινομενικά απλές, αλλά βαθιές, που συντονίζουν τον αναγνώστη στον προσωπικό μύθο του ποιητή.

Δημήτρης Παλάζης, 31/5/2010

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος, εκδ. Νεφέλη


Τον «Δύσκολο θάνατο» του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996) απαρτίζουν επτά ποιητικές ενότητες: «Αισθηματική ηλικία», «Δύσκολος θάνατος», «Ο θάνατος του Μύρωνα», «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι», «Νοσοκομείο εκστρατείας», «Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης» και «Αργό πετρέλαιο» στην οριστική τους έκδοση.

Ποιητής της Θεσσαλονίκης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου καταθέτει την προσωπική του περιπέτεια, τους πολλούς μικρούς θανάτους που συνοδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη ώς τον οριστικό. “Ο δύσκολος θάνατος» αποκρυσταλλώνεται σε στίχους χωρίς μελοδραματισμούς και εξάρσεις, αλλά ψύχραιμα, σε απόσταση από το γεγονός, μέσα από τη μνήμη και την αναπόληση.
Οι εσωτερικές ζυμώσεις έχουν καταλήξει, η μοναξιά δεν λησμονιέται, είναι παρούσα. Εδώ κι εκεί μοναξιά, το πρόσωπο αλλάζει, το ομορφαίνει η επιθυμία και το αποκαλύπτει η στέρηση, η φθορά..
Η ποίηση Ασλάνογλου δεν παίζει με τις λέξεις και τους κλισαρισμένους στίχους που συνήθως κληροδοτούνται. Οι μικρές καθημερινότητες υπεισέρχονται στους στίχους του και μεγαλώνουν μετουσιωμένες σε περιγραφές αισθημάτων, σε ατμόσφαιρες όπου το ποιητικό υποκείμενο δίνει τη μάχη της ουσίας του, της ύπαρξής του. Το μοιραίο του τέλους, του αποχωρισμού γίνεται το μοιραίο των στίχων, της κατάληξης του ποιήματος. Οι λέξεις, σαν να υπακούουν μια αόρατη διαταγή, ενορχηστρώνονται για να παίξουν το τελευταίο κεφάλαιο της πραγματικότητας στο δικό τους εξίσου πραγματικό χώρο. Μόνο που το τέλος είναι ήδη γνωστό απ' την αρχή του ποιήματος. Ο ποιητής γνωρίζει ήδη το προσωπικό του σενάριο. Στη ζωή υπάρχουν φορές που ελπίζεις ν' αλλάξουν τα πράγματα. Εκεί περιμένεις μια καλύτερη μέρα. Στην ποίηση όμως που αποστάζει η πραγματικότητα δείχνει το γυμνό της πρόσωπο, την αλήθεια που υπηρετεί αντλώντας απ' τα βάθη του είναι.

Το τοπίο παίζει σημαντικό ρόλο στην ποίηση του Ασλάνογλου. Είναι το εναλλακτικό οδοιπορικό της ψυχής του, στο χάρτη του οποίου καρφιτσώνονται τα βιώματα. Η δράση του τοπίου, η παρουσία του και η ο βαθμός ανεξαρτησίας του από το συνδεδεμένο βίωμα προσδίδουν πλούτο στις συναισθηματικές αποχρώσεις της ποίησης του, καθιστώντας τη ‘ζωντανή’ σε χαμηλόφωνα κρυπτικά σκηνικά.
Η σύγκρουση του εξωτερικού κόσμου με τον εσωτερικό οδηγεί σε μια εσωστρεφή γραφή, όπου αφαιρετικά, με χρήση συμβόλων και νέων νοηματοδοτήσεων στην γλώσσα, αναπτύσσεται η άλλη πραγματικότητα, εκείνη του εαυτού.
Ο έρωτας χωρίς ελπίδα, η περιπλάνηση της μοναξιάς και του χωρισμού, η απουσία του αγαπημένου προσώπου, η απουσία της αληθινής επαφής είναι οι συνθήκες του ποιητικού του έργου. Διατρέχουν το βιωματικό υλικό που καταγράφηκε, και, μέσω αυτού, ‘προφητεύουν’ το μέλλον. Είναι το δράμα ενός παρόντος, η επιλογή να ζεις ένα ‘προφητικό’ παρόν, ένα παρόν ‘δυνάστη’, που χρόνο με το χρόνο στερεί την ελπίδα από το όποιο μέλλον.
Ο ποιητής κατοικεί και λιμνάζει στο πένθος. Γι’ αυτό ταξιδεύει στα τοπία του, σημειώνει τους χάρτες τους με τα λυρικά χρώματά τους. Το δράμα παίζεται αλλού, η καταιγίδα είναι εσωτερική κι όταν απομακρύνεται, απ’ τα συντρίμμια προβάλλει το αλόγιστο ξόδεμα. Όχι το αλόγιστο ξόδεμα του ταξιδιού, αλλά το αλόγιστο ξόδεμα του πάθους και της ελπίδας που κάποια στιγμή κατάφερε να εισβάλλει και να τον αναταράξει, για να τον εγκαταλείψει κατόπιν στην πικρή ερημία του πεπρωμένου.

Δημήτρης Παλάζης, 21/05/2010

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν


Η κόρη της κυρίας Γουόρεν, η Βίβι επιστρέφει από τις σπουδές της στο Κέμπριτζ, στις οποίες αρίστευσε. Ανακαλύπτει όμως ότι τα χρήματα για τις σπουδές της προέρχονταν από την πορνεία της μητέρας της. Η σύγκρουση των δυο γυναικών είναι αναπόφευκτη. Όταν όμως η κυρία Γουόρεν εξιστορεί τις συνθήκες ανέχειας που την οδήγησαν στην πορνεία, οι δυο γυναίκες προς το παρόν συμφιλιώνονται. Τα πράγματα όμως δεν τελειώνουν εκεί. Ο φίλος της κυρίας Γουόρεν, ο σερ Τζορτζ Κροφτς, θα αποκαλύψει στη Βίβι ότι η μητέρα της συνεχίζει να εξασκεί το ιδιαίτερα επικερδές επάγγελμά της…

Το έργο γράφτηκε το 1893. Η παράσταση όμως απαγορεύτηκε λόγω του περιεχομένου της, με δυσμενείς χαρακτηρισμούς για το συγγραφέα, και έπρεπε να περάσουν 9 χρόνια για να ανέβει πρώτη φορά, σε ερασιτεχνική παράσταση.
Ο Σο θέτει σημαντικά ζητήματα στο «επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν», που προφανώς ενόχλησαν την άρχουσα τάξη της εποχής. Τα κοινωνικά ήθη των καιρών, η θέση της γυναίκας σ’ έναν ανδροκρατούμενο κόσμο, το δικαίωμά της στη δουλειά και τη μόρφωση, η διαφθορά του χρήματος είναι μερικά από τα παραδηλούμενα του έργου που ενόχλησαν το 1893, αλλά που το καθιστούν ακόμη και σήμερα επίκαιρο.

Είναι φυσικό στο κοινωνικό μήνυμα που θέλει να περάσει ο Σο να θυσιάζονται κάπως οι χαρακτήρες σε στερεότυπα. Ο μεγαλοφυής Σο όμως το χρησιμοποιεί ως πλεονέκτημα στην εκπληκτική κορύφωση της τελευταίας σκηνής, όπου χωρίζουν η δρόμοι μάνας και κόρης. Ένας χωρισμός που αντικατοπτρίζει όλους τους μοιραίους, αλλά φυσικούς χωρισμούς των δρόμων των παιδιών από τους γονείς. Η πληρότητα του έργου παίζεται στην τελευταία σκηνή, από την αρχή όλα εκεί οδηγούν, παρά την ανθρώπινη επιθυμία της εξιδανίκευσης της σχέσης παιδιού με γονέα.
Αυτή η δραματική εκτόνωση με τους χαρακτήρες του έργου παίζεται πολυάριθμες φορές στην ανθρώπινη κοινότητα. Κατανοούμε τη Βίβι που απορρίπτει τη μητέρα της, κατανοούμε τις προκαταλήψεις της, το ότι στην ουσία ποτέ δεν είχε τη μάνα της δίπλα της, συλλαμβάνουμε όμως και τη σκληρότητα της απόφασής της. Η αλήθεια είναι ότι η ανθρωπότητα προχωρεί με συγκρούσεις που η μια διαδέχεται την άλλη. Το καινούργιο για να διαδεχτεί το παλιό πρώτα το απορρίπτει, παρόλο που και τα δυο έχουν περισσότερα κοινά από διαφορές.

Τα σκηνικά της Τίτης Κυριακίδου μεγαλόπρεπα - μου θύμισαν σκηνικά όπερας -, αλλά ο άπλετος χώρος δεν ενσωματωνόταν στις κινήσεις των ηθοποιών. Μόνο στην τελευταία σκηνή που το σκηνικό ήρθε κοντύτερα προς το κοινό ο χώρος ισορρόπησε και συνέβαλε στην κορύφωση.

Ο Ανδρέας Βουτσινάς έδωσε ένα σύγχρονο τόνο στους ρόλους καθιστώντας τους πιο οικείους και τονίζοντας ότι τα σημεία των καιρών είναι ίδια.

Διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι οι ηθοποιοί έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν και η εμπειρία τους φάνηκε ιδιαίτερα στις κορυφώσεις του καθενός ρόλου.
Ο πατέρας αυτής της δραματικής ιστορίας, ο Ντίνος Καρύδης, ως εφημέριος Γκάρντνερ μου άρεσε ιδιαίτερα.

Η μουσική του Στέφανου Κορκολή, κυρίως στις αλλαγές των πράξεων, συνδράμει στη διατήρηση του δραματικού κλίματος.

Σκηνοθεσία: Ανδρέας Βουτσινάς
Μετάφραση: Βάσια Παναγοπούλου - Χρήστος Καρχαδάκης
Σκηνικά: Τίτη Κυριακίδου
Κοστούμια: Βασίλης Ζούλιας
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
Μουσική: Στέφανος Κορκολής

Διανομή (με σειρά εμφάνισης):
Βίβι Γουόρεν: Βάσια Παναγοπούλου
Πράιντ: Γιάννης Καρατζογιάννης
Κυρία Γουόρεν: Αλεξάνδρα Λαδικού
Τζορτζ Κροφτς: Νίκος Γαλανός
Φρανκ Γκάρντνερ: Στράτος Τζώρτζογλου
Εφημέριος Γκάρντνερ: Ντίνος Καρύδης

Θέατρο Ορφέας - Σκηνή «Ανδρέας Βουτσινάς»
Πανεπιστημίου 38 και Ιπποκράτους


Δημήτρης Παλάζης, 24/4/2010

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Γουίλιαμ Μπάροουζ, Junky, εκδ. Απόπειρα



Το οδοιπορικό του Μπιλ Λι μέσα απ' τους δρόμους των ναρκωτικών αρχίζει, όταν ένας νεαρός κακοποιός κλέβει μια μέρα ένα όπλο και του ζητά να του βρει αγοραστή.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του Γουίλιαμ Μπάροουζ (1914-1997) - ηγετική μορφή της γενιάς των μπιτ - μας μεταφέρει σ’ έναν εφιαλτικό κόσμο, με ακραίες ψυχικές καταστάσεις, τους παροξυσμούς ενός εξαρτημένου από τα ναρκωτικά, εγκλωβισμένου σ’ ένα κορμί που αποζητά τις δόσεις του, το κυνηγητό για την καθημερινή πρέζα στα σοκάκια της Νέας Υόρκης, της Νέας Ορλεάνης και της Πόλης του Μεξικού.
Ο εφιάλτης είναι πάντα παρών, απενοχοποιημένος, γυμνός. Ένας κόσμος άγριος, κυριαρχημένος από τη ζωή της πρέζας, τους μικροπωλητές και συνάμα χρήστες, τους μεγάλους και τους μικρούς του συναφιού, που ζει και αναπτύσσεται δίπλα στον «φυσιολογικό» γνωστό μας κόσμο. Ο ναρκομανής χρησιμοποιεί το αισθητήριό του για να βρίσκει τα στέκια της πρέζας, όπου κι αν βρίσκεται ν’ ανακαλύπτει τον κόσμο που ανήκει.
Η απλότητα και την ειλικρίνεια της αφήγησης του Μπάροουζ παρουσιάζει τολμηρά λεπτομέρειες από τις σκέψεις, τη ψυχολογία και τις πράξεις των εξαρτημένων στον κόσμο της βελόνας και της σιωπής, όπου οι χειραψίες με το θάνατο είναι συνήθεις και αναμενόμενες. Ρυθμιστής των πάντων η ανάγκη και η αγωνιώδης εξυπηρέτησή της. Μέσω των εξαρτημένων μας μιλά για τη σχέση μας με το σώμα μας και τις φοβίες μας, συνδυάζοντας τη βιωμένη γραφή με την εξερεύνηση των μύχιων του εσωτερικού ανθρώπινου διαστήματος
Το αίσθημα του ανοίκειου που δημιουργεί η εκ των ένδον εξιστόρηση του τοξικομανούς κ. Λι λειτουργεί με καθοριστικό τρόπο στην καθήλωση του αναγνώστη και υποκαθιστά τη χαλαρή ή συμπτωματική πλοκή. Ο κόσμος του κ. Λι διεκδικεί την αυτονομία του, απογυμνώνοντας την κοινωνική και πολιτική υποκρισία που περιβάλλει το θέμα του εθισμού. Από τον κόσμο του απουσιάζει η ενοχή. Ο κόσμος της πρέζας είναι έτσι.
Αλλά ο Μπάροουζ προχωράει και παραπέρα. Βάζει το μαχαίρι στην πληγή. Μιλάει για το «φτιάξιμο», ως επιθυμία και αναζήτηση να βλέπεις τα πράγματα από διαφορετική, ξεχωριστή σκοπιά. Ο Λι ομολογεί ότι επιζητεί το φτιάξιμο. Αηδιασμένος από τα ναρκωτικά, από την ίδια του τη σάρκα που γερνάει και γίνεται όλο πιο τυραννική και φοβισμένη, αναζητά το ύστατο φτιάξιμο σε μια καινούργια ουσία, το yage. Τολμηρό διάβημα για την εποχή του, για την εποχή μας επίκαιρο.

Δημήτρης Παλάζης, 15/04/2010

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Τζακ Κέρουακ, Στο δρόμο, εκδ. Πλέθρον


Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Κέρουακ (1922 - 1969), ενός από τους κύριους εκπροσώπους της γενιάς μπιτ, και το μυθιστόρημά του «Στο δρόμο» έχει ήδη διαγράψει την πορεία του ταξιδεύοντας τους χιλιάδες αναγνώστες του ανά τον κόσμο.
Το αυτοκίνητο, μια μηχανική προέκταση της αφήγησης αλλά και «ζωντανός» ήρωάς της, γίνεται ο μοχλός του ταξιδιού, της περιπλάνησης του πρωταγωνιστή Σαλ Παραντάις με τον Νιλ Μόριαρτι. Γεμίζει την αφήγηση με εναλλαγές τοπίων της αμερικανικής υπαίθρου, μεγάλων και μικρών πόλεων. Στο δρόμο για το Ντένβερ, το Σαν
Φραντζίσκο, το Λος Άντζελες, το Τέξας και τελικά για το Μεξικό προβάλλει μια ανάγλυφη εικόνα της Αμερικής τέλη δεκαετίας του '40.

Τα αισθήματα εναλλάσσονται, άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν στην αφήγηση. Η ζωή ακατέργαστη, αραφινάριστη, σε διαρκή ροή. Η ευαισθησία εξημμένη, οι μυρουδιές σ’ όλη τους την ένταση, οι ήχοι σ’ όλο τους το βάθος. Μια αυτόνομη ζωή πλατύτερη απ’ τη συνηθισμένη μου αγκαλιάζει την εμπειρία αχόρταγα. Η μουσική τζαζ ιερουργείται μέσα από τις βιωματικές περιγραφές του συγγραφέα που είναι λάτρης της. Η εμπειρία μακραίνει ως τον μεταφυσικό συγκλονισμό.

Η κίνηση διακατέχει τους δυο πρωταγωνιστές, δεν έχουν ιδιαίτερες φιλοδοξίες, δεν τρέφουν όνειρα. Ζουν στη σκιά του αμερικάνικού ονείρου, που γι ’αυτούς είναι η πραγματική ζωή. Κόντρα στο σύστημα, μέσω της ελευθερίας της κίνησης, αναζητούν το δυνατό βίωμα, το μοναδικό βίωμα που αξίζει να αναζητήσεις κανείς.
Σε σύγκριση με τα υπαρξιακά βάθη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα του Κέρουακ μένει σε μια κατά βάση ρομαντική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης εμπλουτισμένης με ανατολίτικες μυστικιστικές διεξόδους. Κρατά για τον εαυτό της σφιχτοδεμένα όμως την εξαιρετική αίσθηση ροής των ταξιδιών, το πάθος της αντισυμβατικής αναζήτησης, την ανάδειξη της πυκνότητας του απλού σε ουσιώδες.
Το είδωλο του Σαλ, ο Ντιν, καίγεται μέσα σ' ένα καζάνι υπερβάλλουσας ενεργητικότητας, λιώνει για να ανασυσταθεί εκ νέου στην αναζήτηση ενός βαθύτερου άνθρωπου. Ο Κέρουακ περιγράφει αυτές τις μορφώσεις, απαλείφοντας για ενδιάμεσα κενά, τα γεμάτα συμβατικότητες. Η περιγραφή του είναι η πεμπτουσία ενός ονείρου που διακατέχει τον ιστό της, μια υλική και πνευματική δραπέτευση απ' την καθημερινότητα, της οποίας το βάρος είναι αντιστρόφως ανάλογο της απουσίας της. Η ζωή δεν είναι μόνο τα πάρτι, τα μεθύσια, τα ταξίδια και όλα τα άλλα. Δομείται από απροσμέτρητες διαμεσολαβήσεις της καθημερινότητας με όλες τις συμβατικότητες που εμφανίζονται αδιαπέραστες. Οι ήρωες του Κέρουακ έχουν όμως την ανάγκη να πειραματιστούν, να δραπετεύσουν, να βρεθούν στο δρόμο για ένα εναλλακτικό ταξίδι που θα φορτίσει τις
αποστεωμένες μπαταρίες για να κρατήσουν μέχρι το επόμενο ταξίδι.

Δημήτρης Παλάζης, 9/4/2010

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Ευγενία Μεταξά, Χωρογράφηματα, εκδ. Διάττων


Με το πρώτο της βιβλίο η Ευγενία Μεταξά χωρογραφεί τον προσωπικό της ποιητικό χώρο. Στα «Χωρογραφήματα» περιλαμβάνονται τρεις ενότητες: Διαθέσεις Ι, Συγγένειες και Διαθέσεις ΙΙ και χαρτογραφούν την ποιητική της πορεία.

Την ποιήτρια απασχολούν προσωπικά και κοινωνικά θέματα, της καθημερινότητας. Βρίσκουμε στίχους αφιερωμένους στους νέους του οικείου της περιβάλλοντος, όπως ο ανιψιός της Αχιλλέας στο "Πνέοντας τα λοίσθια" (σ. 25), η "άγνωστη μικρή Δανάη" (Ευτελής πράξη, σ. 26), η "ανιψιά της Αριάδνη" (Κατόρθωμα, σ. 30)
Επίσης θέματα που τη συγκινούν και ανταποκρίνεται άμεσα γράφοντας στίχους, όπως το ποίημα "Σταυρός" (σ. 24), αφιερωμένο στο Γιάννη, που 'έφυγε με μηχανή' 21 χρόνων.

Δροσερό πνεύμα η Ευγενία Μεταξά ξαναφρεσκάρει τις παλιές στιχουργικές αναμνήσεις μας με τις ομοιοκατάληκτες και ρυθμικές συνθέσεις της, με απόηχους στίχων του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, από τις οποίες συνθέσεις πολλές θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν ωραία τραγούδια.

Η γραφή της έχει την ικανότητα από τη μια να πατάει στέρεα στη γη κι από την άλλη να ονειρεύεται. Από τις "Διαθέσεις ΙΙ" και μετά σηματοδοτείται ένα άνοιγμα σε περισσότερο περίπλοκες συνθέσεις. Η ρυθμική παραμένει, αλλά οι ομοιοκαταληξίες φθίνουν όσο προχωράμε. Στοn "Κύκνο", το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, ο στίχος είναι πλέον ελεύθερος.

Προφανώς η Ευγενία Μεταξά μας ταξιδεύει στο πρώτο της βιβλίο σε επιλογές από τα πρώτα της γραφτά μέχρι τη σημερινή εποχή. Ένα ταξίδι ευχάριστο με τραγουδιστικούς στίχους που αγκαλιάζουν ένα ευρύ φάσμα κοινού. Ο μέσος Έλληνας (αν υπάρχει αυτός ο όρος), ειδικά εκείνος που έχει μεγαλώσει παιδιά, μπορεί ν' ακουμπήσει στους στίχους της τις δικές του σκέψεις, τα δικά του συναισθήματα. Με αναφορά τις δύσκολες στιγμές της εμπειρίας μπορεί να βρει στην Ευγενία Μεταξά έναν άνθρωπο που τον καταλαβαίνει και με τις λυρικές της επιδόσεις και την τραγουδιστική της φόρμα τον φέρνει κοντά της να τραγουδήσουν μαζί.


Δημήτρης Παλάζης, 6/4/2010

Σοφία Στρέζου, Νυχτερινό Πρελούδιο εκδ. Νέα Σκέψη


Στο «Νυχτερινό Πρελούδιό» της η Σοφία Στρέζου στοχάζεται λυρικά πάνω στη ζωή, στην αίσθηση του μοιραίου, που συνεχώς ανακαλύπτεται, επιβεβαιώνεται, κάτι στο οποίο η λογική αδυνατεί να επιβληθεί καθοριστικά. Η συναισθηματική αναστάτωση, το σπάσιμο των κρυστάλλων της ανθρώπινης ύπαρξης, ο αγώνας του ανθρώπου να βρει τη γαλήνη, την ειρήνη μέσα από "ολοένα μετατοπιζόμενα συγκινησιακά επίπεδα" (Δίλημμα, σ. 38), ακολουθούν έναν μεταπτωτικό τρόπο ξεχωριστό για τον καθένα.
Κυριαρχεί η επίγνωση της απώλειας, της φθοράς, του τέλους. Η ‘νίκη’ στις ανθρώπινες σχέσεις είναι μια "νίκη στην τέφρα", η δικαίωση είναι η αγάπη. Η ήττα η απώλεια, η φθορά.

Η σιωπή της Στρέζου είναι η σιωπή της απόγνωσης που την αναπαραγάγει, "η τελευταία άμυνα", "η λευκή σιωπή" (Αναδύεσαι, σ. 32). "Σιωπές που σε δονούν", αλλά και που "παρανομούν" "μπροστά σ' ένα γιατί που ομολογεί". "Σιωπές που ρημάζουν, αφανίζουν, ανταλλάσσουν, κανείς δεν έμαθε με τι" (Αναπόδεικτο, σ. 31).

Ο πάντα περιορισμένος χρόνος, η προοπτική του τέλους, της ολοκλήρωσης κάθε ανθρώπινου βιώματος είναι άρρηκτα δεμένη με την προσωρινότητα της ανθρώπινης ζωής. Αναζητώντας την υπέρβαση ο άνθρωπος επιζητεί να "βιάσει" το χρόνο περνώντας στη σφαίρα του έρωτα, στον "πανικό του χρόνου" (Πρόσωπο με πρόσωπο, σ. 58)
Αφού υπάρχει όμως τέλος, υπάρχει και μια αρχή, που μπορεί να ανανεώνεται:
"Ένας ακόμα θάνατος κάθε βράδυ
και κάθε πρωί,
μια καινούργια άνοιξη
... μόνο για μένα"

(Τέλος - Αρχή, σ. 60)

Τα πρελούδιο της Σοφίας Στρέζου είναι νυχτερινό, η μουσική της νύχτας κυριαρχεί, «σκεπάζοντας μορφές κι όνειρα χτυπημένα με βέλη. Είναι η «νύχτα των πόθων που γεννιούνται και πόθων που καίγονται στη φωτιά του νου και της ψυχής», είναι τα «θύματα της νύχτας». Αλλά και αναζήτηση της ειρήνης, η αναμονή της ειρήνης, μέσα απ’ τον αποκαθαρμό του πόνου.

Στην ποίηση της επιχειρεί ν' απαντήσει στο τρίπτυχο ερώτημα:
"η ζωή, η ηδονή, ο θάνατος". Ή, καλύτερα, αναζητά να δώσει με το δικό της τρόπο αυτές τις θεμελιώδεις ερωτήσεις.
Για την ποιήτρια, «Το να μη γεύεσαι τη ζωή είναι θάνατος, αλλά και το ν' αρνείσαι με πείσμα το θάνατο δεν είναι ζωή». Οι αρνήσεις της ζωής είναι τα προσωπεία του θανάτου, οι ποικίλες μορφές του.
Ο έρωτας είναι καταδικασμένος στον κύκλο αρχής – τέλους που αναπαράγεται, γιατί "η αμετάκλητη άρνηση ικετεύει τον έρωτα" (Η ζωή μου, σ. 8)

Η ποίηση της Στρέζου είναι βαθιά υπαρξιακή, ένας ευθύς και ειλικρινής στοχασμός στα βασικά ανθρώπινα ερωτήματα, ένας διερευνητικός εσωτερικός μονόλογος και μια προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης εκδήλωσης που διαπερνά την ποιητική κατακλείδα.

Δημήτρης Παλάζης, 30/03/2010