Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Νίκος Σκαλκώτας, ένας αφοσιωμένος κλασσικός


Ο Νίκος Σκαλκώτας (1904 -1949) είναι από τους πρώτους νεοέλληνες συνθέτες που χρησιμοποίησαν ριζοσπαστικά εκφραστικά μέσα, χωρίς διάθεση να πολεμήσει ή να επιβληθεί, αλλά με μόνη τη φιλοδοξία να δημιουργήσει. Το δωδεκάφθογγο σύστημα (σχολή Schoenberg) που χρησιμοποίησε, βρήκε σ’ αυτόν το δέσιμο ενός λεπτού προσωπικού ύφους με απίστευτη ηχητική φαντασία και πλήρη έλεγχο όλων των μουσικών διαστάσεων.

Πάμπολλα λαϊκά μοτίβα (χωρίς ίχνος φολκλόρ) συμπράττουνε στις συνθέσεις του. Ο μουσικός χώρος αρθρώνεται με ηχητικές συμπαγείς συσσωρεύσεις, οργανικά κομμάτια που χαρίζουν σφριγηλούς χρωματισμούς και αναπροβάλλονται διαρκώς στα όρια του διαχωρισμού τους, όταν η μουσική αίσθηση του Σκαλκώτα το απαιτεί.
Ο συνθέτης τηρεί τον απαιτούμενο σεβασμό στη μουσική παράδοση της δύσης, απ’ τον Bach ώς τον Debussy, προχωρεί όμως παράλληλα σε καινούργια ευρηματικά στοιχεία νοιώθοντας μέσα του να πάλλονται οι ελευθερίες του ήχου. Δημιουργεί έτσι ένα άκουσμα πρωτότυπο, ζυμωμένο, συνολικό, που, λιτό και καθαρό στα μουσικά περιγράμματα, θέτει τις ατράνταχτες προϋποθέσεις βάθους: οι προεκτάσεις μοιάζουν να μη στερεύουν, γίνονται όλο και πιο λεπτολόγες και απαιτητικές. Δεν αρκεί μια συνηθισμένη «έντιμη» εκτέλεση για να αναδειχθεί ο πλούτος των έργων του. Πρέπει να βιωθούν μέχρι την τελευταία εγγεγραμμένη περιφέρεια, με την επιπλέον δυσκολία της πυκνής δωδεκάφθογγης αντιστικτικής γραφής, ώστε να μπορέσει να μεταδοθεί ο εκφραστικός πλούτος της, η φωτεινότητά της, καθώς και οι ποικίλοι χρωματισμοί της.
Παρά το σύντομο του βίου του, το έργο του είναι μεγάλο σε μέγεθος, καλύπτοντας όλες τις μουσικές μορφές (εκτός της όπερας) και παραμένει σ’ ένα μέρος του ακόμη ανεξερεύνητο. Ξεχωρίζουν «Η επιστροφή του Οδυσσέα» (1942), τα «Δέκα Σκίτσα» (1940), οι «36 ελληνικοί χοροί» (1933-36), 10 κοντσέρτα για ένα όργανο (σόλο) και ορχήστρα, τα «32 κομμάτια για πιάνο» (1940) κ.λπ.
Αξίζει να σημειωθεί τέλος – για να μην ξεχνάμε οι Έλληνες - ότι, όταν ο Σκαλκώτας επέστρεψε απ’ το Βερολίνο στην Αθήνα για μόνιμη εγκατάσταση, συνάντησε όχι μόνον έλλειψη κατανόησης της μουσικής του, αλλά και εχθρότητα από το ελληνικό μουσικό κατεστημένο. Αυτό τον οδήγησε σε μια ιδιότυπη απομόνωση, κατά την οποία όμως συνέθετε ασταμάτητα και με μεγάλη ταχύτητα, δεξιότητες που οφείλονταν κατά κύριο λόγο στη μουσική του ιδιοφυΐα και αποτελεσματικότητα, αλλά και στη βαθιά του γνώση.
Η απομόνωσή του όμως δεν ήταν μόνο τοπική. Ήταν και απομόνωση από τις διεθνείς μουσικές εξελίξεις, μέχρι του σημείου οι ξένοι σύγχρονοι συνθέτες και φίλοι του να μην γνωρίζουν αν ζει. Κερδισμένη βγήκε τελικά η μουσική, που πλούτισε το ρεπερτόριό της μ’ ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να δημιουργήσει ένας αφοσιωμένος της συνθέτης, προικισμένος με αστείρευτο ταλέντο.

Δημήτρης Παλάζης, 26/01/2010

Μπορίς Βιάν, Ο έρως είναι τυφλός, εκδ. γράμματα


Μύθος στην εποχή του, ο Μπορίς Βιάν (1920-1959) συνδυάζει μια ξέγνοιαστη και εύθυμη φαντασία με την αίσθηση της μοίρας και του τραγικού. Τα διηγήματα της συλλογής «Ο έρως είναι τυφλός» εμβολιάζονται με το παράδοξο, λειτουργούν σαν παιχνίδια με μπόλικο μποέμικο αέρα. Βαθμιαία, από τα πρώτα διηγήματα προχωρώντας προς τα τελευταία του τόμου, το μίγμα ρεαλιστικής γραφής και γραφής του παραλόγου υποχωρεί σε βάρος του πρώτου. Τα διηγήματα γίνονται όλο και πιο θορυβώδικα, όλο και πιο μακάβρια.

Εμφανίζονται χαρακτήρες σε περισσότερα του ενός διηγήματα, όπως ο ταγματάρχης, που προσομοιάζουν περισσότερο σε τύπους καρτούν. Διαπράττονται φόνοι, αλλά και μοιραίες σωτηρίες εν ριπή οφθαλμού, που θυμίζουν φιλμ νουάρ γαλλικής έκδοσης.
Παρακμιακά σκηνικά και μια ειρωνεία που λειτουργεί λαθραία μέσα από σουρεαλιστικές εικόνες και την εξάρτησή τους από τις ρεαλιστικές ή νατουραλιστικές, σ΄ ένα περιβάλλον που θυμίζει Ιονέσκο, αλλά με μεγαλύτερη λογική συνοχή.
Η παραισθητική ευρηματικότητα του Βιάν είναι χαρακτηριστική στο διήγημα «Ο έρως είναι τυφλός», από το οποίο πήρε τον τίτλο ο ελληνικός τόμος, με την εμφάνιση της ιδιότυπης ομίχλης που από τη μια εμποδίζει την όραση, από την άλλη ευνοεί την ερωτική σύμπραξη των κατοίκων μιας πόλης.
Στο διήγημα «Η χρυσή καρδιά» είναι παρών ο συμβολισμός, το «Σουρπράιζ πάρτι στου Λεομπίλ» η παρωδία των Σουρπράιζ πάρτις που διοργάνωνε εν ζωή ο Βιάν με τ’ αδέρφια του. Στο πνεύμα της παρωδίας κινείται και «Ο υδραυλικός» και «Ο Σοχαστής». Η αντιστροφή του μύθου στον «Λυκάνθρωπο», όπου ο λύκος μετατρέπεται σε άνθρωπο και γίνεται επί το ορθότερον ανθρωπόλυκος. Τα ζώα έχουν φωνή και επικοινωνούν μεταξύ τους και με τους ανθρώπους, με την πιο ολοκληρωμένη περίπτωση το «Μπλουζ για ένα μαύρο γάτο».
Στα μεγαλύτερα διηγήματα όπως η ‘τραγική’ ιστορία δύο μελλόνυμφων στον «Έρημο δρόμο», στα «Ψόφια ψάρια» που είναι γραμματόσημα, και στο τελευταίο διήγημα του τόμου, «την ομίχλη» με τον Αντρέα πρώην τρόφιμο ασύλου, το παράλογο έχει καταλάβει και τις πιο απρόσμενες γωνιές, μιμούμενο το πραγματικό κόβοντας το σε φέτες, μιμούμενο το νουάρ και ρίχνοντας σουρεαλιστικές πινελιές. σε μια διήγηση που δεν είναι ούτε ανάλαφρη ούτε βαριά, αλλά ‘μολυσματικά’ ανάλαφρη και κωμικά βαριά, κινείται στα πλαίσια των φανταστικών λύσεων και είναι χαρακτηριστική του ύφους του συγγραφέα.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές «Ο έρως είναι τυφλός» θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν ένα χαρακτηριστικό εισαγωγικό δείγμα του συγγραφικού κόσμου του Βιάν για να προχωρήσει ή όχι ο αναγνώστης σε έργα του, όπως «Θα φτύσω στους τάφους σας»και «Ο αφρός των ημερών».

Δημήτρης Παλάζης, 25/01/2010

Ντάλιου Διονυσία, Ασέληνος Νυχτωδία, εκδ. Ομήγυρις


Ταξιδιωτικά σχήματα που κινητροδρομούν εσωτερικές αναμοχλεύσεις της ψυχής.
Τοπία ενσωματώνονται στην ποιητική συνείδηση, οι αποχρώσεις της όρασης συνδιαλέγονται με τις αποχρώσεις του ψυχισμού δίνοντας στην ποιητική εικόνα μια δύναμη έδρασης και μια ζωντάνια αναφοράς.
Με το πρώτο της βιβλίο τη Διονυσία Ντάλιου μας ταξιδεύει στο παρελθόν των ταξιδιών μέσα από το παρόν της ποίησης. Το ταξίδι φωτογραφίζει τη ψυχή και την κινητοποιεί, ενώ το τοπίο ή το όνομα παραμένει στο επίπεδο του συμβόλου ή της αναφοράς.

Ο χρόνος για την Ντάλιου είναι ο κατ’ εξοχήν βιωματικός χρόνος:
Πόσο μου έλειψε ο χρόνος σου
που ήξερε να ξεμπλέκει
μπλούζες χοντρές, χειμωνιάτικες
(π. «Στιγμή»)

ή οι ποιοτικές ανατροπές του χρόνου που συνιστούν τη βιωματική του διάσταση:

Πώς ο χρόνος αλλάζει στο χι του όχι σου,
γυρίζοντας ανάσκελα και πέφτοντας στο πάτωμα
(π. «Το γκαρσόνι»)

Ο χρόνος τελικά ως διάσταση έχει για την ποιήτρια μια πεπερασμένη διάρκεια, αποτελεί σε τελευταία ανάλυση ένα κομμάτι της μνήμης, με ιδιότυπο στη σύλληψη χρώμα. «Τα εσώτερα του χρόνου» της Ντάλιου είναι τα εσώτερα της υπαρξιακής διαύγειας. Είναι και μια αναζήτηση του ανθρώπου, του ανθρώπινου χρόνου, που "ξέρει να ξεμπλέκει μπλούζες χοντρές, χειμωνιάτικες", αλλά και μια συνειδητοποίηση της απώλειας, που ο χρόνος σαν τριβή φέρνει στην επιφάνεια, αλλάζοντας τους ήχους και τελικά "σερβίροντας την αλήθεια".
Η υπαρξιακή πορεία είναι μια πορεία ανάγνωσης της αλήθειας, με όλη την οδύνη που αυτή συνεπάγεται:

Τα αισθήματα αναβλύζουν στην ποίησή της, ταξιδεύουν μαζί με τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα περιβάλλονται από το γυαλί της αυτογνωσίας, παραμένουν εντός της πηγής, αυστηρά προσωπικά. Η ποίηση της εφορμάται από το βίωμα, κατόπιν το στοχάζεται, παίρνοντας έτσι ένα μεταβιωματικό στοχαστικό χαρακτήρα.

Η συνδιαλλαγή του ονειρικού κόσμου με τον καθημερινό και ο παράγων της αυθαιρεσίας που υπεισέρχεται στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αλλά και η δυναστεία της βιωματικής μνήμης πάνω στις εξωθήσεις του ενστίκτου που γνωρίζει τις βασικές μας ανάγκες απασχολούν τη ποιήτρια στα ποιήματα "Ανερμήνευτο" και "Η ελεγεία της χαράς".

Ηδονή και οδύνη.
Ηδονή με χιλιάδες αρώματα και ευτυχισμένες ανθρώπινες στιγμές, που βιώνουμε λαθραία έναν παράδεισο και γίνονται σκιές που τρεμοπαίζουν στο ίσκιο μας όταν ο πόνος επανέρχεται "περιχαρής", όταν "Όλες οι μέρες μας κρύβονται στο γκρεμό".
Ο θάνατος σαν τέλος, περάτωση και παρακμή. Δεν είναι ο οντολογικός θάνατος, αλλά ο υπαρξιακός, η βίωση του αδιεξόδου, της περάτωσης. Ο κόσμος όμως είναι "ανάγλυφος" και παίρνει το σχήμα της επιβίωσης μέσω της προσαρμοστικότητας. Ούτε λύτρωση ούτε οδύνη, καμιά δόξα ή υπέρβαση, αλλά:

Ήχοι που χάνονται άδοξα
μέσα στου απέραντου
την προσαρμοστικότητα
(π. "Ανάγλυφο")

Στην προσαρμοστικότητα επιπλέουν το αζημίωτο, ο "ήχος του σφάλματος", τα λάφυρα. Παραμονεύει όμως πάντα η απόγνωση. Η ανθρώπινη παρουσία, αλλά και η ανθρώπινη απουσία βαραίνουν και συνθλίβουν. Το καταφύγιο και πάλι η αλήθεια:

Ποίημα «Κατάματα»:

Όλη η αλήθεια μου
σωριάστηκε στο πάτωμα.
Όλοι πήραν ό,τι μπόρεσαν.
Δίψασα.
Νυχτώνει νωρίς πλέον.
Οι αίλουροι φωλιάζουν.
και κοιμούνται στα τάρταρα.
Όσοι άγγελοι μ’ άγγιξαν
Έχουν τώρα πεθάνει.
Αρχίζω.


Τρυφερά ποιήματα, όπως η "Δέηση", η "Συμπαράσταση" διακοσμούν τη συλλογή με μουσικούς αναβαθμούς και φέρνουν στο νου ηλικίες που πέρασαν μαζί με την αθωότητά τους.

Ένας εκλεπτυσμένος σαρκασμός διαπερνά τα ποιήματα "Απάντηση σ' ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ", "Το χαμόγελό σου", "Απώλειες", "Γενέθλιος μέρα", όταν φτάνει να παζαρεύεται το συναίσθημα με την αλλοτρίωση, όταν καταφανώς μειοδοτεί μέχρι παραμυθίας.

Η Διονυσία Ντάλιου βλέπει τον κόσμο με το μάτι της ύπαρξης. Κατ' εξοχήν υπαρξιακή, μετουσιώνει τον περιβάλλοντα κόσμο σε διερευνητικούς στοχασμούς, σε λυτρωτικές απολήξεις, καθοδηγούμενη απ' την ανάγκη να διασωθεί η γνησιότητα του αισθήματος, τα πράγματα να μπουν στη σωστή σειρά, εκείνη που οδηγεί στη βαθιά γνώση της αλήθειας.


Δημήτρης Παλάζης, 16/01/2010

Χέρμαν Μπροχ, Οι Υπνοβάτες ΙΙΙ - 1918 Χούγκενχαου ή ο ρεαλισμός, εκδ. Μέδουσα


Το "1918, Χούγκεναου ή ο ρεαλισμός" αποτελεί τον τρίτο τόμο με τον οποίο ολοκληρώνονται "Οι Υπνοβάτες" του Χέρμαν Μπροχ.
Το βιβλίο αρχίζει με τη λιποταξία του Βίλχεμ Χούγκεναου, Αλσατού εμπόρου. Ο Χούγκεναου απομακρύνεται από το μέτωπο και βρίσκει ασφαλές καταφύγιο μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος σε μια μικρή πόλη...

Επανέρχονται οι ήρωες των δύο πρώτων βιβλίων, ο Ες και ο Πάσενοβ, αλλά σε δεύτερους ρόλους και μ' αυτό τον τρόπο δένεται η τριλογία. Τους συναντά ο Χούγκεναου στην πόλη. Ο Γιόαχιμ φον Πάσενοβ, ασπρομάλλης πια, είναι ο στρατιωτικός διοικητής και ο Ες έχει γίνει διευθυντής μιας τοπικής εφημερίδας. Ο Χούγκεναου, ο οποίος εκμεταλλεύεται τους πάντες συγκρούεται σφοδρά με τον Ες με τραγική κατάληξη. Η σύγκρουσή του με τον Πάσενοβ είναι ηπιότερη. Παράλληλα εμφανίζονται και άλλες ιστορίες, και άλλοι δευτερεύοντες ήρωες, που ο συγγραφέας τους αφιερώνει κάποια κεφάλαια:
Μια ενότητα ηρώων είναι εκείνη που σχετίζεται με το νοσοκομείο, με τους γιατρούς, τις νοσοκόμες και τους ασθενείς, όπως ο ανθυπολοχαγός Γιαρέτσκι που του κόβουν το χέρι και που πιστεύει ότι ο πόλεμος δεν θα τελειώσει ποτέ, ο στρατιώτης και οικοδόμος στο επάγγελμα Λούντβιχ Γκέντιγκε, ο οποίος πιστεύει ότι αν δεν πεθάνεις δεν ανασταίνεσαι.
Ένα άλλο πρόσωπο είναι η όμορφη και καλοντυμένη Χάννα Βέντλινγκ, εξαιρετικό παράδειγμα μιας παθητικότητας, ενός αστισμού που εκφυλίζεται στην απώλεια νοήματος και οδηγείται σε αδιέξοδο.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η εικόνα της μικρής κοπέλας που ενσαρκώνει τις επιπτώσεις της εποχής στα παιδιά, τα οποία μέσω της ‘οριακής’ παρουσίας της εκπροσωπεί.
Ένας άλλος ήρωας είναι ο ίδιος ο αφηγητής που συντάσσει τις ενότητες "Η πτώση των αξιών" και "Η κοπέλα του στρατού σωτηρίας" με πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
Οι νέοι ήρωες ακολουθούν σχεδόν τη δική τους ανεξάρτητη ιστορία ο καθένας.
Ο πόλεμος, αν και δεν διαγραμματίζεται στην πόλη είναι πανταχού παρών στις σκέψεις των ανθρώπων.

Ο συγγραφέας παίρνει ενεργό ρόλο στο τρίτο βιβλίο, βρίσκεται σε άλλη πόλη και μιλά σε πρώτο πρόσωπο σε μια σειρά κεφαλαίων που φέρουν τον γενικό τίτλο "Η κατάρρευση του συστήματος αξιών". Στην αρχική αυτόνομη παρουσία τους εμπλέκονται κατόπιν σταδιακά οι μυθιστορηματικοί ήρωες, δίνοντας μια επιπλέον διάσταση στους ίδιους, αλλά και χρησιμεύοντας σαν παραδείγματα στις θεωρίες του συγγραφέα.
Οι δοκιμιακές προσεγγίσεις του Μπροχ στο θέμα των αξιών και αξιολογικών συστημάτων, της μεταιχμιακής ισορροπίας λογικού και ανορθολογικού, τις καταστροφικές επιπτώσεις από τη μεγέθυνση είτε του ενός είτε του αλλού είναι εξαιρετικές κι απ' όσο τουλάχιστον γνωρίζω εγώ την εποχή εκείνη πρωτότυπες σαν στοχαστική σύλληψη. Ο Μπροχ, τολμά, στα πλαίσια του μοντερνισμού και για να εξυπηρετήσει τους στόχους του, να βάλει τον συγγραφέα στο κείμενο σαν ένα ακόμα ήρωα που στοχάζεται, αλλά και διηγείται ιστορίες, όπως της κοπέλας του Στρατού της Σωτηρίας – πολλές σε έμμετρη μορφή - Καταφέρνει με την ποιότητα των γραφομένων του να μην οδηγείται στο γνωστό σφάλμα των συγγραφέων να εξέρχονται του κειμένου και να επεξηγούν τα γραφόμενα, αλλά από πρόθεση εξερχόμενος για να δώσει μια στοχαστική προσέγγιση μιας εποχής, του ύφους της, αλλά και πώς αυτή εξατομικεύεται σε χαρακτηριστικούς τύπους που την απαρτίζουν με κύριο και αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο τον Χούγκεναου. Αυτός είναι που προβληματίζει τον αφηγητή, και μέσω αυτού κυρίως προσπαθεί να επεξηγήσει την αποσύνθεση της εποχής και των αξιών της, χρησιμοποιώντας τον σαν αντιπροσωπευτικό δείγμα. Ο Χούγκεναου ενσαρκώνει το ‘ύφος’ – θα έλεγα καλύτερα την έλλειψη του ύφους - της εποχής, η οποία απογυμνωμένη από 'διακοσμητικά στοιχεία', τα οποία κατ’ εξοχήν ορίζουν το ύφος, οδηγείται ή βρίσκεται στην αποσύνθεση.
Όπως και στα δύο προηγούμενα βιβλία που συνιστούν την τριλογία, ο συγγραφέας ακολουθεί τη δική του ιδιότυπη νατουραλιστική - ψυχολογική αναπαράσταση των ηρώων του, πράγμα που συντελεί ως ένα βαθμό στη συνεκτικότητα και των τριών βιβλίων. Από τις πολύπλοκες όμως συνειρμικές ακολουθίες του Πάσενοβ οδηγούμαστε μέσω του Ες και καταλήγοντας στο Χούγκεναου σε διαρκώς απλούστερες, κρατώντας όμως το ίδιο χρώμα.
Ο κατακερματισμός της αφήγησης, καθώς και η χρήση του οπλοστασίου του μοντερνισμού ήταν συνειδητή επιλογή του συγγραφέα, όπως φαίνεται άλλωστε και στις προσωπικές σημειώσεις του που βρέθηκαν μετά το θάνατό του.
Η μετάβαση από τη μια εποχή στην άλλη είναι για τον Μπροχ η μετάβαση από ’να σύστημα αξιών σ' ένα καινούργιο, η οποία περνά από το ‘μηδενικό σημείο’ της εξατομίκευσης των αξιών. Αυτή την εξατομίκευση και τα διαφορετικά στάδια ή χρωματισμούς που παίρνει από άνθρωπο σε άνθρωπο στη διαδοχή του χρόνου αντιπροσωπεύει η κατακερματισμένη αφήγηση και η μαζικότερη προσεύλεση ηρώων στο τρίτο βιβλίο. Οι ήρωες του «ρεαλισμού» είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία αποσυνδέεται σταδιακά από το παλιό σύστημα αξιών, χωρίς όμως να προσεταιρίζεται ένα νέο. Μιας γενιάς που αδιαφορεί για τον πόνο του άλλου έως παραφροσύνης και η αποδέσμευση από τις αξίες νομιμοποιείται ως τέτοια λόγω της εμπόλεμης κατάστασης.

Δημήτρης Παλάζης, 22/01/2010

Χέρμαν Μπροχ, Οι Υπνοβάτες ΙΙ - 1903 Ες ή η αναρχία, εκδ. Μέδουσα


Στο δεύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας «Υπνοβάτες» του Χέρμαν Μπροχ, το σκηνικό αλλάζει. Την περίοδο του ύστερου παρακμασμένου ρομαντισμού διαδέχεται η μεταβατική περίοδος από τον παλιό στον νέο κόσμο. Τον Γιόαχιμ φον Πάσενοβ διαδέχεται ο Αύγουστος Ες, λογιστής στο επάγγελμα.
Ο Ες απολύεται από τη δουλειά του και προσλαμβάνεται με τη βοήθεια του ανάπηρου συνδικαλιστή Μάρτιν σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία του Μάνχαϊμ, της οποίας πρόεδρος της ο μεγιστάνας και ομοφυλόφιλος Μπέρτραντ.

Εν τω μεταξύ συλλαμβάνεται ο Μάρτιν και φυλακίζεται και ξεσπά απεργία στο λιμάνι. Ο Ες, κατά κάποιο δικό του αποκλειστικά τρόπο σκέψης, θεωρεί τον Μπέρτραντ υπεύθυνο και παραιτείται από τη θέση του. Στο μυαλό του συγκρούονται ιδέες αναρχούμενες, μηχανιστικοί συλλογισμοί που καταλήγουνε σε άτοπο, σε μια λογιστική του παράλογου. Τα πρόσωπα γύρω του συγχωνεύονται και διαχωρίζονται ανάλογα με τη διάθεσή του και τους συλλογισμούς τους.
Γνωρίζεται με τυχοδιώκτες του χώρου του θεάματος και καταλήγει από λογιστής να βρίσκει γυναίκες για αγώνες πάλης, θέλοντας κατά βάθος να προστατεύσει την όμορφη Ιλόνα - απόηχο της παλιάς δέσποινας του ρομαντισμού στο μυαλό του Ες - από τα μαχαίρια που της πετάει ο ταχυδακτυλουργός συνεργάτης Τέλτσερ.
Μεγάλο του όνειρο είναι να μεταναστεύσει στην Αμερική, το οποίο διαρκώς αναβάλλεται.
Ο Ες, όπως και Πάσενοβ, συμπεριφέρονται σαν υπνοβάτες, που ο κόσμος δείχνει να μην τους ενσωματώνει και τους οδηγεί να χάνονται μεταξύ ονείρων- ιδεών και μηχανιστικών σκέψεων. Σε αντίθεση με τον Πάσενοβ όμως, ο Ες δεν έχει κανένα στήριγμα. Εδώ δεν υπάρχει το στρατιωτικό σχήμα να δημιουργήσει ενός είδους σταθερότητας κι αναφοράς. Ο Ες, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει ο ίδιος ένα σύστημα αξιών που να μην εμφανίζει ‘λογιστικά λάθη’, οδηγείται σε αδιέξοδα, το ένα κατόπιν του άλλου και παραπαίει στην κατάσταση του «Υπνοβάτη», στην τόσο ανάγλυφα δοσμένη λογική του αναρχούμενου παραλογισμού.
Ο Ες είναι η εκδοχή του επαναστατημένου μικροαστού, με μια ιδιαιτερότητα όμως, που χαρακτηρίζει τη γερμανική φυλή: την αγάπη για την τάξη.

Ο συγγραφέας με το δεύτερό του μυθιστόρημα, γραμμένο σε διαφορετικό ύφος, φωτίζει και ξεδιπλώνει τις υπαινικτικές διαστάσεις του πρώτου. Η γραφή του, διεισδυτική, ψυχογραφική, στοχαστική, τον κατατάσσει σ’ έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς του περασμένου αιώνα.

Δημήτρης Παλάζης, 08/01/2010

Χέρμαν Μπροχ, Οι Υπνοβάτες Ι-1888, Πάσενοβ ή ο Ρομαντισμός, εκδ. Μέδουσα


Ο Χέρμαν Μπροχ (1886-1951) στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας «Υπνοβάτες» εισέρχεται με επιτυχία στο λογοτεχνικό ύφος του τέλους του 19ου αιώνα για να αφηγηθεί την ιστορία του Γιόαχιμ φον Πάσενοβ, γόνο αγροκτημόνων, που η οικογένεια του τον ανάγκασε παρά τη θέλησή του να γίνει αξιωματικός του Πρωσικού στρατού.

Βρίσκουμε τον ήρωα να έχει ενσωματωθεί με τη στολή και τα ιδανικά του στρατού με τα οποία έχει εξοικειωθεί και του είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποκοπεί απ’ αυτά, όταν η περίσταση παρουσιάζεται με το θάνατο του αδελφού του.
Λεπτεπίλεπτοι χειρισμοί από τον Μπροχ της φαντασιοπληξίας του Γιόαχιμ φον Πάσενοβ σε μια ατμόσφαιρα αλλοτριωμένου ρομαντισμού, όπου διαχέεται το όριο της φαντασίας και της πραγματικότητας προς τη μια ή την άλλη πλευρά.
Πιασμένος απ' τις ευαγγελικές ρίμες ή τα λόγια του άσπονδου φίλου του Μπέρτραντ, ο αξιωματικός Πάσενοβ ανοίγεται σ' ένα κόσμο προβληματισμού ανοίκειο είτε για να στηριχτεί είτε για να συντονίσει το δικό του σκέπτεσθαι. Εκείνο που καταφέρνει είναι να συνταιριάξει μηχανικά τις εξηγήσεις που δίνει ή τις αντιδράσεις που του γεννιούνται από τα νοήματα με τη φαντασία στην προβολή της. Η φαντασία του μοιάζει σαν ένα κουσούρι που τον συνοδεύει, του δίνει ένα χαρακτηριστικό τόνο απροσάρμοστου με κείνο που πραγματικά επιτελείται γύρω του. Του λείπει παντελώς η κοινή λογική που σχετίζει τον άνθρωπο με την καθημερινή πραγματικότητα. Το χαρακτηριστικό στον Γιόαχιμ είναι ότι ζει στη δική του πραγματικότητα του μυαλού του, όπου οι ιδέες-αξίες του εμφανίζονται εδρασμένες ένας θεός ξέρει από πού. Έχουμε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά ο αφηγητής ταυτίζεται σχεδόν καθολικά με τον Πάσενοβ. Έτσι δεν μας δίνεται η δυνατότητα να καταλάβουμε τι οδήγησε να διαμορφωθεί αυτή η ιδιόρρυθμη προσωπικότητα και η άκρως μηχανιστική κοσμοθεωρία της, στην οποία δείχνουν ν' απουσιάζουν τα πραγματικά αισθήματα ή τουλάχιστον ν' ακολουθούν με σημαντική υστέρηση, ώστε να μοιάζουν ‘με αποσκευές που κάποιος είναι αναγκασμένος να σέρνει πίσω του και σε απόσταση’. Το «Υπνοβάτες» υπαινίσσεται κάποια εξήγηση, κάτι που θα γίνει διαυγέστερο στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας.
Εκεί όμως ακριβώς έγκειται και η επιτυχία του Μπροχ, να δώσει μέσα από μια νέα ματιά, με τρόπο αφανή και αδιόρατο το 'ανθρώπινο πρόβλημα' επί τάπητος.
Ένα μάθημα απαλλαγής απ' το ρομαντισμό ή τις ‘παλιές καλές συνθήκες’ με λογοτεχνικούς όρους.

Δημήτρης Παλάζης, 04/01/2010

Σελίν, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, εκδ. Εστία


Το μυθιστόρημα του Σελίν ακολουθεί την πορεία του ήρωά του, Φερδινάνδου Μπαρνταμού, από τον καιρό που κατατάχτηκε στο στρατό για τον πόλεμο, συνεχίζει με τον εγκλεισμό του στο στρατιωτικό άσυλο, τη μετάβασή του σε Γαλλική αποικία της Αφρικής, κατόπιν την επεισοδιακή μετάβασή του στη Νέα Υόρκη και τέλος την επιστροφή του στο σημείο εκκίνησης, στη Γαλλία, όπου σπουδάζει και τελικά εργάζεται σε άσυλο φρενοβλαβών ως γιατρός.

Κλασσικός αντιήρωας. Αντιπολεμικός, ενώ συμμετέχει ως στρατευμένος στον πόλεμο, εναντίον της αποικιοκρατίας ευρισκόμενος στις αποικίες, ενάντια στην μηχανιστική Αμερική και ενάντια στην ίδια τη ζωή γενικά, ολοκληρώνει τον κύκλο επιστρέφοντας στη γενέτειρά του. Η ζωή τού Μπαρνταμού εξωθείται ως την «άκρη της νύχτας», της νύχτας της ύπαρξης που συνορεύει με τη χώρα των πεθαμένων.
Στο ταξίδι του τον συνοδεύει ο Ρομβισώνας, το alter ego του Φερδινάνδου, πιο αποφασιστικός στις ιδέες του, στη πορεία του «ταξιδιού», στη συνέπεια τής κατάληξης.
Κι όμως, όλα αυτά που περιγράφω πιο πάνω δε λένε τίποτα, ούτε καν την περίληψή του κειμένου που είχα μπροστά μου αρκετές μέρες και διάβαζα, όπως ο πιστός κάποιο ιερό βιβλίο.

Δεν ήταν εύκολο το Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, όταν κραυγάζει η αλήθεια σ’ όλη της τη δύναμη. Το Ταξίδι προϋποθέτει ένα εκκωφαντικό όγκο διεισδύσεων στην ανθρώπινη ψυχή, σε σημείο εξάντλησης, ανελέητο, καυστικό. Ξεχνάς πολύ γρήγορα ότι έχεις μπει σ’ ένα μαγευτικό συνδυασμό αλήθειας – που προέρχεται από την αυτοβιογραφικότητα – και μυθιστομηματικότητας. Ο Μπαρνταμού ‘ανυψώνεται’ σε τοποτηρητή της ζωής, μιλά η ζωή μέσα από τη ματιά και τα λόγια του σαν σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, παρόλο που η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Η ίδια η ζωή, λοιπόν, εξειδικεύεται στο ουσιώδες και επομένως δεν μπορεί παρά να είναι απαλλαγμένη από τα περιττά στολίδια και τις ασήμαντες συσσωρεύσεις πληροφοριακού υλικού που συνηθίζουν οι μοντέρνοι και μεταμοντέρνοι περιγράφοι της. Η γλώσσα της ζωής μπορεί να είναι και λούμπεν και βρισιές, να καίει να πονάει, μα έτσι είναι.
Όντως, η γλώσσα του Σελίν περιέχει πολλά λούμπεν μοτίβα, τα οποία, αντί να δημιουργούν μόνο μια σκληρή και σαρκαστική ατμόσφαιρα, συνδράμουν στην απογύμνωση της αλήθειας, στην αποτύπωσή της με ακρίβεια μεγαλύτερη, απ’ ό,τι μια ‘κόσμια’ παραλλαγή.

Η μετάφραση της κας Ιγγλέση-Μαργέλλου είναι εξαιρετική, πρότυπο κατ' εμέ για τη μεταφορά κάθε ξένου αριστουργήματος στα ελληνικά. Οι σημειώσεις της κατατοπιστικές.

Φυσικά, σήμερα με το διαδίκτυο είναι θέμα λεπτών να ψάξεις και να δεις ότι ο Σελίν υπήρξε φανατικός αντισημίτης, ότι καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία από τη χώρα του, ότι φυλακίστηκε, και γενικά ότι ήταν ένα ‘κάθαρμα’ κι αυτό κυκλοφορεί ακόμα και σήμερα στις κουβέντες, χρόνια μετά. Ο άνθρωπος καταδικάστηκε για τις ιδέες του, για τους λίβελούς του, είναι προφανές. Όπως και για κάποιους μπορεί να είναι προφανές ότι οι ιδέες είναι έγκλημα.
Ένας άνθρωπος κοντά στον απλό λαό, στο φτωχό λαό, στο περιθώριο, παρασύρθηκε από την συνομωσιολογική προπαγάνδα του φασισμού της εποχής. Μια από τις πολλές, πάμπολλες περιπτώσεις. Όπως συμβαίνει στον καθένα μας κάποιες φορές, με τη σημαντική βέβαια διαφορά ότι δεν συντασσόμαστε μ’ ένα φασιστικό κίνημα, όπως έκανε ο Σελίν. Άλλωστε, άλλες οι εποχές τότε, άλλες τώρα. Μοιάζουν, δε λέω, αλλά είναι διαφορετικές.

Μην αναβάλλετε, λοιπόν, για πολύ να ταξιδέψετε με τον Σελίν στην «άκρη της νύχτας», που 'ναι του καθενός η νύχτα η πραγματική, η έσχατη συνάντηση με την ύπαρξη, χωρίς ψευδαισθήσεις. Αγαπάς το ταξίδι αυτό, το θέλεις κάποτε, ακόμα κι αν πονάει.

Δημήτρης Παλάζης, 30/12/2009