Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Σφραγιδόλιθος του Στρατή Παρέλη


Ο Στρατής Παρέλης (1961) εκκινώντας από το καθημερινό βιωματικό υλικό το εμπλουτίζει με στιγμιότυπα σκέψεων, στοχασμών που υπεισέρχονται, ιδεών που πάνω τους χτίζει τη γραφή του.
Ο ουρανός, ο ήλιος, η θάλασσα, ο θεός, η Παναγιά, η ελπίδα, η επίκληση τους έρχεται κι επανέρχεται στη ροή των στίχων του, σηματοδοτώντας ένα θετικό πρόσημο αυτοαναφοράς, διαλεχτικής συναλλαγής με την παράδοση και το προσωπικό απόσταγμα των ιδεών της.

Όταν ο λυρικός τόνος υποχωρεί, τα ποιήματά του θυμίζουν ημερολογιακές αποτυπώσεις, που φέρνουν τον ποιητή στο προσκήνιο ως πρόσωπο. Προσωποκεντρική ποίηση, το ποιητικό υποκείμενο ενδιαφέρουν κυρίως οι σκέψεις του και μέσω αυτών οδηγείται σε μια αισιόδοξη στάση, με μια σιγουριά της αξίας του ‘επικαλείται το φως’. Πληθωρική γραφή με ρητορικά στοιχεία που γίνεται περιεκτικότερη στα ολιγόστιχα ποιήματα.

Η φύση παίζει ενεργό ρόλο στην ποίησή του, όπως και η αγάπη του για την ελληνικότητα, το ελληνικό: "Γράφει ένα ελληνικό αεράκι-/ Ξεγράφει/ Την συννεφιά ενός μεσαίωνα" (σ. 124), "Εγώ το ξέρω/ Ότι αγαπάς κάθε ήχο της Ελλάδας" (σ. 141)

Στοχάζεται πάνω στο "χρόνο που ανταλλάσσει τον άνθρωπο με το χαμό του" (σ. 27), στην καθοριστική λειτουργία της ελπίδας, την καθοριστική λειτουργία της ποίησης, της "δασκάλας" (σ. 118) ως καταφύγιο, στην ιδέα του καλού: "Νίκησε όπως είσαι αμετάθετος μες την ιδέα του καλού" (σ. 155)
Άγγελοι και αρχαίοι θεοί μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα, η μακρά παράδοση των εποχών παρούσα στη σκέψη και τα συναισθήματα του ποιητή.


Στατής Παρέλης
Σφραγιδόλιθος (ποιήματα)
Ιδιωτικής Έκδοση, σ. 188
Αθήνα 2009
ISBN 978-960-931136-6


Δημήτρης Παλάζης, 7/10/2010

Ορφέως Αργοναυτικά από τον Σωτήρη Σοφιά


Ως συμπλήρωμα του βιβλίου του, Ορφέας και Αργοναυτική Εκστρατεία (βλ. σχετικό άρθρο: http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=518), ο Σωτήρης Σοφιάς προχώρησε στη μετάφραση του βιβλίου Ορφέως Αργοναυτικά.

Στον εκτενή Πρόλογο ο συγγραφέας περιγράφει τη μεθοδολογία που ακολούθησε για τη μετάφραση/ αποκατάσταση τμημάτων του κειμένου και τις πηγές που χρησιμοποίησε.
Με βασικό κλειδί το μέτρο, την εντρύφηση στην αρχαία αιολική διάλεκτο, αλλά και την ευρύτερη γνώση που αποκόμισε κατά το ερευνητικό του πόνημα που αποτυπώνεται στο βιβλίο του Ορφέας και Αργοναυτική Εκστρατεία, προχώρησε στις τροποποιήσεις του με μεθοδικότητα και μας παραδίδει τη δική του εκδοχή των κειμένων του θρυλικού Ορφέα του Θράκα.
Η μετάφραση του Σωτήρη Σοφιά οδηγεί στην απόλαυση του κειμένου στα νεοελληνικά, καθώς και στην πλήρη κατανόηση του ορφικού λόγου.
Το βιβλίο κλείνει με Ευρετήριο των Γεωγραφικών περιοχών, από τις οποίες διήλθαν οι Αργοναύτες, με καταγραφή των θεών και ημίθεων που αναφέρονται στα Αργοναυτικά και μια διαφωτιστική αναφορά στα βότανα και τα φυτά που αναφέρονται στο κείμενο.

Τελειώνοντας, ελπίζω η επιστημονική κοινότητα ως θεσμικό όργανο να δώσει τη δέουσα προσοχή.


Ορφέως Αργοναυτικά
μετάφραση/ αποκατάσταση του αρχαίου κειμένου: Σωτήρης Σοφιάς
εκδ. ΝΟΩΝ

Δημήτρης Παλάζης, 28/9/2010

Το αγαπημένο παιδί της Μοναξιάς του Φίλιππου Αγγελή


Εσωτερικός μονόλογος, ευθείες βολές στην ανθρώπινη σχέση, ο ανθρώπινος πόνος, ο ανθρώπινος φόβος, η απογοήτευση και ο χωρισμός είναι τα βασικά μοτίβα που επανέρχονται και διαπνέουν του στίχους του Φίλιππου Αγγελή. Η ποίησή του είναι σαν να επιχειρεί να βάλει τα πράγματα σε κάποια τάξη, γι’ αυτό παλινωδεί μεταξύ του υποθετικού και του τετελεσμένου:

Η παγίωση του αδιεξόδου, η μοιραία κατάληξη που ανανεώνεται κάθε φορά, το ‘αμάρτημα’, η θλίψη, η απόγνωση, η λήθη ως απώλεια βάλλονται κάθε φορά από το κριτικό μάτι του γράφοντος ως αξία ή απαξία, ως σύγκρουση της επιθυμίας με την αντίστροφη πραγματικότητα.
Η γραφή του, στενά συνδεδεμένη με το βιωματικό υλικό που χειρίζεται, είναι καθαρή στα νοήματά της, ‘ρητορική’ στην εκφορά της και φέρει έντονο το άρωμα τραγουδιών, που ευθύνονται για το ρυθμό και τη γλώσσα χωρίς εκπλήξεις, αλλά με νηματικούς συνδυασμούς που μένουν.
Παρά τις διάφορες επιρροές που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς – και είναι φυσικό, γιατί ο ποιητής διαβάζει και πρέπει να διαβάζει - υπάρχει έντονο το προσωπικό χρώμα κι αυτό είναι σε τελευταία ανάλυση που μετράει.


Μιά μέρα θά κυκλοφορώ με φτερά
από τα αποκόμματα των εφημερίδων
που έγραψαν για την ελευθερία
και θα ψάξω να σου μιλήσω
γιά την επικίνδυνη συνήθεια που έχω
να ονειρεύομαι
ένα κίνητρο γιά τη ζωή
και μιά υστεροφημία γιά τον θάνατο.

(Απόσπασμα από το ποίημα: ΜΗ Μ’ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ, σελ. 34 και στο οπισθόφυλλο της Συλλογής)

Το αγαπημένο παιδί της Μοναξιάς είναι η πρώτη ποιητική του Φίλιππου Αγγελή (1984) από τις εκδ. Πολύχρωμος Πλανήτης, Ιούνιος 2010, σελ. 96.
Επιμέλεια εικονογράφησης: Αριστοτέλης Παπαθανασίου.

Δημήτρης Παλάζης, 20/9/2010

Funny face με την Όντρεϊ Χέπμορν και τον Φρεντ Αστέρ


Ο φωτογράφος Ντικ Έιβερι (Φρεντ Αστέρ) ψάχνει έναν ποιοτικότερο χώρο για την επόμενη φωτογράφηση μόδας. Ανακαλύπτει ένα μικρό και όμορφο βιβλιοπωλείο στο Γκρίνουιτς Βίλατζ και, παρά την άρνηση της πωλήτριας Τζο Στόκτον (Όντρεϊ Χέπμορν), η φωτογράφηση γίνεται.. Όταν τελειώνει όλα είναι ανάκατα, προς μεγάλη θλίψη της νεαρής πωλήτριας.

Αργότερα, στο εργαστήριό του, ο Έιβερι, καθώς κοιτάζει τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει, ανακαλύπτει τη μορφή της Στόκτον, η οποία τον εμπνέει με την ιδιαίτερη εμφάνισή της και ενημερώνει την εκδότρια του περιοδικού μόδας Μάγκι Πρέσκοτ (Κέι Τόμσον). Η Πρέσκοτ κάνει επαγγελματική πρόταση στη Στόκτον, η οποία δέχεται τελικά, μόνο και μόνο γιατί η πρόταση περιλαμβάνει ένα ταξίδι στο Παρίσι, όπου θα μπορέσει να συναντήσει για πρώτη φορά τον αγαπημένο της φιλόσοφο καθηγητή Φλεστρ, του οποίου τις ιδέες θαυμάζει...

Το έργο κυλά γρήγορα παρά την παρεμβολή των τραγουδιών (με εξαίρεση τα στιγμιότυπα με τα ροζ φορέματα στην αρχή), πλημμυρισμένο από τη μουσική του Γκέρσουιν και τα χορευτικά με προεξέχοντα, φυσικά, τον Φρεντ Αστέρ. Η επανέκδοση της ταινίας σε έγχρωμη κόπια αναβιώνει παριζιάνικες εικόνες σ’ όλο τους το μεγαλείο. Στα αρνητικά της ταινίας είναι το αφελές της σενάριο.


Funny face
Σκηνοθεσία: Stanley Donen
Σενάριο: Leonard Gershe
Παραγωγή: Roger Edens
Μουσική: George Gershwin
Φωτογραφία: Ray June
Κοστούμια: Edith Head-Givenchy
Παίζουν: Audrey Hepburn, Fred Astaire, Kay Thomson, Michel Auclair, Robert Flemyng
Έτος Αρχικής Έκδοσης: 1957 Paramount Pictures
Διάρκεια: 103’

Δημήτρης Παλάζης, 13/9/2010

Ανθρώπων Όνειρα του Βασίλη Μανουσάκη


Ένα χρόνο μετά την έκδοση της πρώτης του ποιητικής του συλλογής «Μιας σταγόνας χρόνος» (βλ. http://www.critique.gr/index.php?&page=article&id=686), ο Βασίλης Μανουσάκης προχωρεί στην έκδοση της πρώτης του συλλογής διηγημάτων «Ανθρώπων όνειρα».
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη, ενώ το Πρελούδιο κι ο Επίλογος, στην αρχή και στο τέλος αντίστοιχα, αναφέρονται στα ‘πραγματικά’ στιγμιότυπα από τη ζωή του συγγραφέα που αφορούν τη γραφή των διηγημάτων του τόμου.

Το πρώτο μέρος (Η Οδός Καβάφη) έχει σαν εφαλτήριο την ποίηση του Καβάφη – τον αγαπημένο ποιητή του συγγραφέα –, αντλεί απ’ αυτήν εμπνεύσεις και ιστορίες:
Η ιστορία του αιγύπτιου κοσμηματοπώλη της οδού βουλής, που είχε τοποθετήσει ένα ποίημα του Καβάφη σε περίοπτη θέση του καταστήματός του (Εργαστήριο Ονείρων).
Ο Παππούς Αντώνιος ο Κρητικός είναι αφοσιωμένος αναγνώστης της ποίησης του Καβάφη.
Ο φιλόλογος και γυμνασιάρχης Ζαχαρίας Στυγερός περιμένει να βρεθεί κάποιος μαθητής να δώσει την ορθή ερμηνεία στίχων της Ιθάκης του Καβάφη, προκειμένου ν' αποφασίσει επιτέλους να συνταξιοδοτηθεί (Στυγεροί Στίχοι).
Η ιστορία του βουτηγμένου στις καταχρήσεις και την υπεροψία γκαλερίστα Ιωάννη και του «Μυστικού του Καβάφη» (Ο Μυστικός Πίνακας).
Και τέλος, η ιστορία της άτυχης Ηρώς που αναρωτιόταν «τι θα κάνει χωρίς τους βαρβάρους» (Πατρικό).

Η Οδός Καβάφη αποτελεί μια ‘μετάβαση’ του ποιητή Βασίλη Μανουσάκη στον πεζογράφο Βασίλη Μανουσάκη, από τον ποιητικό λόγο, που είναι σύντομος και περιεκτικός ,στον πεζό λόγο, που είναι αναλυτικότερος και περιγραφικότερος και γενικότερα εντοπίζεται σε άλλες διαστάσεις με τις δικές τους ιδιαιτερότητες.
Ενώ στο πρώτο μέρος η αφηγηματική τεχνική είναι σχετικά απλή, σαν παραμύθι, μια γραφή που αγγίζει όλες τις ηλικίες, φορτισμένη συναισθηματικά, εμποτισμένη με ανθρωπιά και αγάπη προς τον Αλεξανδρινό ποιητή, στο δεύτερο μέρος (Όταν τη Πένα Ταξιδεύει), το σκηνικό αλλάζει. Η γραφή βαθαίνει, εισβάλλει ο ‘μαγικός ρεαλισμός’, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, το αναπάντεχο και η ανατροπή ελλοχεύουν.
Στο Στοιχειώδες, ο Πολ περιμένει τους μυστηριώδεις συντρόφους του, που τους συνδέει ένας κοινός σκοπός.
Στο Μήπως Ξέχασα, ένας ιδιότροπος γιατρός παίρνει το μάθημά του από έναν μικρό ασθενή απ’ την Κρήτη.
Στο Ένα Μωρό στην Άσφαλτο, η επιτυχημένη επαγγελματικά, αλλά υπερβολικά καταπονημένη Αριάδνη μοιραία γίνεται το θύμα ενός ατυχήματος.
Στο Χορό σε Λευκό και σε Μαύρο, η 'μαμά' ζει στον κόσμο της στην έπαυλη της οδού Κρίνων
Στις 140 Ημέρες, ο αριθμός 140 μπαίνει αναπάντεχα στη ζωή του Θανάση και ριζώνει ώς το απρόσμενο φινάλε.

Πρόκειται, εν κατακλείδι, για τα όνειρα των ανθρώπων, την επιδίωξη της πραγματοποίησής τους, το ταξίδι εντός και εκτός, τη ζωή την ίδια με την τριβή της, το όνειρο της ζωής, όπως μας τα περιγράφει ο Βασίλης Μανουσάκης με το δικό του ανθρώπινο τρόπο.

Βασίλης Μανουσάκης
Ανθρώπων όνειρα
Εκδόσεις Αντ. Σταμούλη

Δημήτρης Παλάζης, 1/9/2010

Ο Γλάρος του Τσέχοφ από την Εταιρία θεάτρου Pequod


Θέατρο μέσα στο θέατρο, κριτική της γραφής, ο γοητευτικός συνδυασμός των ανεκπλήρωτων επιθυμιών και των αδιεξόδων, «ο γλάρος» του Τσέχοφ.
Ο νεαρός συγγραφέας Κονσταντίν Γραβρίλοβιτς Τρέπλιεφ ανεβάζει ένα πρωτοποριακό θεατρικό με πρωταγωνίστρια την αγαπημένη του Νίνα.
Η μητέρα του και ηθοποιός Ιρίνα Νικολάγιεβνα Αρκαντίνα απαξιώνει το έργο. Μάνα και γιος συγκρούονται.
Ο σύντροφος της Αρκαντίνα και γνωστός συγγραφέας Τριγκόριν και η Νίνα ερωτεύονται.
Ο Τρέπλιεφ αντιλαμβάνεται την αλλαγή στην καρδιά της Νίνας.
Της δίνει ένα σκοτωμένο γλάρο που βρήκε κοντά στη λίμνη και τελικά αποπειράται να αυτοκτονήσει.
Ο Τριγκόριν και η Νίνα συνευρίσκονται αργότερα στη Μόσχα, όπου η Νίνα προσπαθεί να κάνει καριέρα ηθοποιού.
Μετά από δύο χρόνια επιστρέφει πάλι η Αρκαντίνα με τον Τριγκόριν που έχουν ξανασμίξει.
Μετά από μια σύντομη επίσκεψη της Νίνας στον Τρέπλιεφ, αυτός αυτοκτονεί.
Η ομάδα Pequod χρησιμοποίησε όλο το θεατρικό χώρο.
Ηθοποιοί αρχίζουν να μιλούν από τα καθίσματα και εντάσσονται κατόπιν στη σκηνική δράση, ενώ εν γένει δεν εγκαταλείπουν τη σκηνή, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που απαιτείται.
Αμεσότητα εναντίον σαφήνειας, που καλείται η υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών να εξισορροπήσει.
Η επιτυχία του εγχειρήματος έγκειται στο ότι αφέθηκε τελικά ο τσεχοφικός λόγος ν’ ακουστεί και ν’ αγγίξει το κοινό.

Ο Γλάρος του Τσέχοφ

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Ξανθόπουλος
Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνογραφική και Ενδυματολογική Επιμέλεια:
Νίκος Κονιάρης
Επιμέλεια Κίνησης: Βάσω Γιαννακοπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Αγγελική Μαρίνου

Έπαιξαν:
Γιώργος Αγγελόπουλος
Άρης Αρμαγανίδης
Δημήτρης Γεωργαλάς
Βάσω Καβαλιεράτου
Γιάννης Κλίνης
Μιχάλης Μαθιουδάκης
Χριστίνα Μωρογιάννη
Νικολίτσα Ντρίζη
Αγγελική Παπαθεμελή
Κώστας Παπακωνσταντίνου

Δημήτρης Παλάζης, 30/8/2010

Η μετάβαση από την ύπαρξη στη μη ύπαρξη - Ανάγνωση του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου


Το μαύρο κουμπί, Ποίηση, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Εκδόσεις Κέδρος, 2006

Το πράσινο είναι ανάταση του χώματος· με αυτό ρηχά
ντυμένο αναρριχάται ώσπου δειλιάζει σαν από ίλιγγο.
Και με την πρόφαση του φθινοπώρου αρχίζει λύγισμα
στο σώμα του επιστρέφοντας· με κίτρινο σκεπάζοντας
διάσπαρτα ίχνη του ύψους που αξιώθηκε· της μάταιης
πτήσης του το τσάκισμα.


Μια ιδιότυπη επικοινωνία με τους νεκρούς, ή ακριβέστερα μια επικοινωνία με πρωτοβουλία των νεκρών του ποιητή με τον ίδιο.
Στερημένη από μεταφυσική, ανεπάντεχη, αλλά κατά κάποιον τρόπο φυσική, μια καθημερινότητα του έσω ανθρώπου που εισβάλλει στην καθημερινότητα του έξω ανθρώπου, που τελικά αποτυπώνεται σε ποιήματα, σπαράγματα, πεζόμορφες ποιητικές χρωματικές αποδόσεις.

Το άνοιγμα που έκανε ο ποιητής στην «Κλεμμένη ιστορία» με τις πεζόμορφες ονειρικές στοχαστικές εμβαπτίσεις επικεντρώνεται στο «Μαύρο Κουμπί» σ’ ένα εσωτερικό χώρο μη ύπαρξης, το χώρο ή τη χώρα των νεκρών, όπου τα πάντα μπορούν να εμφανιστούν ως δυνατά.

Οι νεκροί με την απουσία τους δημιουργούν ένα κενό. Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου, η μετάβασή του από την ύπαρξη στη μη ύπαρξη ταράζει με ανεξίτηλο τρόπο τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ο Κώστας Παπαγεωργίου πραγματεύεται ακριβώς αυτό το κενό, την απουσία, που γεμίζει από τις ΄ονειρικές’ επισκέψεις των νεκρών και συντείνει στη μετακύληση του ζωντανού υποκειμένου στη θέαση της ανεστραμμένη χώρα των νεκρών του. Ο ανθρώπινος ουρανός είναι η κατοικία τους και η γη ο ουρανός τους. Όπως τα πάνω έτσι και τα κάτω, όπως διατείνεται ο Ερμής ο Τρισμέγιστος.

Τι όμως μπορεί να εμβαπτίσει ένα άνθρωπο σ’ αυτή την απόκοσμη χώρα, όπου η μνήμη ανακαλεί τους νεκρούς, αποκαθιστά μέρος των εντυπωμένων χαρακτηριστικών του, αλλά και εν τέλει μέσω μιας αδέσμευτης από τη συνείδηση ονειρικής πλοκής τους κάνει πρωταγωνιστές του εσωτερικού σώματος; Θα επικαλούμουν μια πολύ πρόσφατη απώλεια αγαπημένου προσώπου, που εκλύει ένα κύμα μαζικού στοχασμού περί της ανθρώπινης ύπαρξης και ανακαλεί με ευχέρεια παρόμοιες απώλειες στη διαδρομή του βίου.

Η διαφορά με τον Κώστα Παπαγεωργίου έγκειται στο ότι η επίκληση των νεκρών ή κατά τον ποιητή οι αυτόβουλες επισκέψεις τους, συνάντησαν μια ποιητική γραφή προς αυτή την κατεύθυνση. Η έλλειψη αναπνοής και ο αδιέξοδος ποιητικός χώρος ‘ανάσανε’ από την έλευση των νεκρών, οι νεκροί ανασαίνουν μέσα απ’ αυτόν δίνοντας το αντίπαλο βάρος στο ζύγι της έλλειψης αέρα.

Η ποιητική εικονοποιία έχει γίνει εντονότερη, οι εικόνες διαυγείς, σκηνικές, απελευθερωμένες απ’ τα σφιχτά δεσμά του λόγου.

Ο ποιητής μετουσιώνει μέρος του εαυτού του στο είδος της «ύπαρξης» των νεκρών του, είναι μια προϋπόθεση ή μια ανάγκη για να δέχεσαι τις επισκέψεις τους. Λόγος υποβλητικός, όπως αρμόζει στην υποδόρια εξιδανίκευση των αγαπημένων που απωλέσθησαν. Υποβλητικότητα στηριγμένη πάνω στη λιτή απογυμνωμένη γραφή που χαρακτηρίζει τον Κώστα Παπαγεωργίου, αλλά και μια ‘αλληγορία του κενού’, θα έλεγα, που έχει το προνόμιο του απρόσκλητου επισκέπτη της καθημερινότητας, που ο άνθρωπος καθώς ωριμάζει το αποδέχεται ως φυσικό μέρος της ζωής του.

«Το μαύρο κουμπί» προϋποθέτει μια αντισυμβατική ανάγνωση, μια κάθοδο στον αντισυμβατικό ουρανό του Κώστα Παπαγεωργίου, όπου λείπουν οι απαντήσεις, οι διέξοδοι, ο άνθρωπος αποκαθίσταται στην πραγματική του διάσταση, η οποία περικλείει τον εν δυνάμει θάνατό του, μια δυναμική ισορροπία όντος και μη όντος, κενό και ύλη σε μια μαγευτική συνύπαρξη, που κατ’ εξοχήν ο ποιητικός λόγος μπορεί να αποδώσει.

Δημήτρης Παλάζης, περιοδ. Βακχικόν τ. 10