Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Ο τελευταίος σταθμός, σκην. Michael Hoffman


Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, ο γερασμένος Λέον Τολστόι (Christofer Plummer), ζωντανό σύμβολο της ρωσικής λογοτεχνίας και της Ρωσίας γενικότερα, βρίσκεται στο δίλημμα να κληροδοτήσει τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του με μια νέα διαθήκη στον ρωσικό λαό, όπως τον συμβουλεύει ο καθοδηγητής της τολστοϊκής Κοινότητας Vladimir Chertkov (Paul Giamatti) ή στην οικογένειά του, όπως επίμονα του ζητά η γυναίκα του Σοφία (Helen Mirren).

Ο καινούργιος τρόπος ζωής του Τολστόι, ο οποίος στο τέλος της ζωής του ασπάζεται την ολιγάρκεια και αμφισβητεί τη σημασία και το ρόλο της ατομικής ιδιοκτησίας υλικών αγαθών, θα οδηγήσει σε ομηρικούς καβγάδες με τη γυναίκα του Σοφία.
Ο νεαρός Valentin Bulgakov (James McAvoy), που προσλαμβάνεται ως γραμματέας του Τολστόι μέσω του Chertkov, από τη μια έχει τις οδηγίες του Chertkov να καταγράφει τα πάντα που διαδραματίζονται σε σχέση με το ρόλο της Σοφίας στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων και από την άλλη η Σοφία προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον πάρει με το μέρος της. Η ταινία τελειώνει με το θάνατο του Τολστόι στο σταθμό τραίνων του Astapovo...

Ο Hoffman, βασισμένος στο βιβλίο του Jay Parini πάνω στις τελευταίες μέρες ζωής του Τολστόι, δίνει τη δική του εκδοχή στο σενάριο, έχοντας την πρόθεση να αναπαραστήσει όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά τα ιστορικά δρώμενα: την ανάγκη του υπέργηρου Τολστόι για ολιγάρκεια και αποξένωση από τα υλικά αγαθά, τα οποία πλέον κατέχει άφθονα, αλλά και την ανάγκη του για ψυχική ηρεμία, καθώς διανύει την τελευταία περίοδο της ζωής του. Το θέμα των συγγραφικών δικαιωμάτων ενός μεγάλου συγγραφέα και κατά πόσον αυτά θα πρέπει να είναι κτήμα του λαού του ή της οικογένειάς του. Την αναμενόμενη αντίδραση του οικογενειακού του περιβάλλοντος και ειδικά της γυναίκας του. Το θέμα της τολστοϊκής κοινότητας. Τις σχέσεις του ηλικιωμένου ζεύγους Τολστόι και της «ενηλικίωσης» του παρθένου Valentin μέσω της σχέσης του με το μέλος της τολστοϊκής Κοινότητας Masha (Kerry Condon). Αγάπη, έρωτας, οικογένεια, ιδεολογία, δολοπλοκίες, συγκρούσεις. πόλεμος νεύρων εντός και εκτός της οικογένειας Τολστόι αποφορτίζονται με ενέσεις χιούμορ, τη συνύπαρξη της ελαφρότητας με το δράμα.
Η επιδιωκόμενη όμως συνθετότητα της ταινίας με την παράλληλη ύπαρξη περισσότερων του ενός σημαντικών θεμάτων αναγκάζουν το θεατή σε μια πολυεστιακή παρακολούθηση, που μοιραία αποβαίνει εις βάρος του κάθε ενός θέματος ή κάποιων θεμάτων.
Απουσιάζουν επίσης σοβαρές αναφορές στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Τολστόι, ώστε όσοι έχουν αγαπήσει το έργο του να βρίσκονται μπροστά σε μια ταινία που θα μπορούσε να αφηγείται τη ζωή ενός οποιουδήποτε σημαντικού διανοούμενου, φανταστικού ή πραγματικού.

Στα συν της ταινίας είναι οι δυνατές ερμηνείες των Christofer Plummer και Helen Mirren, οι οποίες παίζουν το ρόλο της μοναδικότητας στην ταινία (προτάθηκαν για τη Χρυσή Σφαίρα και για το Οσκαρ Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού ρόλου), ενώ οι υπόλοιπες εμφανίζονται κατά κύριο λόγο συντονισμένες και καθοδηγούμενες από τη σκηνοθετική ματιά. Βρίσκονται όμως σ’ ένα πολύ καλό επίπεδο, εδικά του James McAvoy καταφέρνει να ξεχωρίσει.

Πρωτότυπος τίτλος: The last station
Έτος: 2010
Διάρκεια: 112 λεπτά
Σκηνοθέτης: Michael Hoffman
Ηθοποιοί: James McAvoy, Christofer Plummer, Paul Giamatti, Helen Mirren, Anne-Marie Duff, Kerry Condon
Διανομή: Filmopolis

Δημήτρης Παλάζης, Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, ο γερασμένος Λέον Τολστόι (Christofer Plummer), ζωντανό σύμβολο της ρωσικής λογοτεχνίας και της Ρωσίας γενικότερα, βρίσκεται στο δίλημμα να κληροδοτήσει τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του με μια νέα διαθήκη στον ρωσικό λαό, όπως τον συμβουλεύει ο καθοδηγητής της τολστοϊκής Κοινότητας Vladimir Chertkov (Paul Giamatti) ή στην οικογένειά του, όπως επίμονα του ζητά η γυναίκα του Σοφία (Helen Mirren).

Ο καινούργιος τρόπος ζωής του Τολστόι, ο οποίος στο τέλος της ζωής του ασπάζεται την ολιγάρκεια και αμφισβητεί τη σημασία και το ρόλο της ατομικής ιδιοκτησίας υλικών αγαθών, θα οδηγήσει σε ομηρικούς καβγάδες με τη γυναίκα του Σοφία.
Ο νεαρός Valentin Bulgakov (James McAvoy), που προσλαμβάνεται ως γραμματέας του Τολστόι μέσω του Chertkov, από τη μια έχει τις οδηγίες του Chertkov να καταγράφει τα πάντα που διαδραματίζονται σε σχέση με το ρόλο της Σοφίας στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων και από την άλλη η Σοφία προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον πάρει με το μέρος της. Η ταινία τελειώνει με το θάνατο του Τολστόι στο σταθμό τραίνων του Astapovo...

Ο Hoffman, βασισμένος στο βιβλίο του Jay Parini πάνω στις τελευταίες μέρες ζωής του Τολστόι, δίνει τη δική του εκδοχή στο σενάριο, έχοντας την πρόθεση να αναπαραστήσει όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά τα ιστορικά δρώμενα: την ανάγκη του υπέργηρου Τολστόι για ολιγάρκεια και αποξένωση από τα υλικά αγαθά, τα οποία πλέον κατέχει άφθονα, αλλά και την ανάγκη του για ψυχική ηρεμία, καθώς διανύει την τελευταία περίοδο της ζωής του. Το θέμα των συγγραφικών δικαιωμάτων ενός μεγάλου συγγραφέα και κατά πόσον αυτά θα πρέπει να είναι κτήμα του λαού του ή της οικογένειάς του. Την αναμενόμενη αντίδραση του οικογενειακού του περιβάλλοντος και ειδικά της γυναίκας του. Το θέμα της τολστοϊκής κοινότητας. Τις σχέσεις του ηλικιωμένου ζεύγους Τολστόι και της «ενηλικίωσης» του παρθένου Valentin μέσω της σχέσης του με το μέλος της τολστοϊκής Κοινότητας Masha (Kerry Condon). Αγάπη, έρωτας, οικογένεια, ιδεολογία, δολοπλοκίες, συγκρούσεις. πόλεμος νεύρων εντός και εκτός της οικογένειας Τολστόι αποφορτίζονται με ενέσεις χιούμορ, τη συνύπαρξη της ελαφρότητας με το δράμα.
Η επιδιωκόμενη όμως συνθετότητα της ταινίας με την παράλληλη ύπαρξη περισσότερων του ενός σημαντικών θεμάτων αναγκάζουν το θεατή σε μια πολυεστιακή παρακολούθηση, που μοιραία αποβαίνει εις βάρος του κάθε ενός θέματος ή κάποιων θεμάτων.
Απουσιάζουν επίσης σοβαρές αναφορές στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Τολστόι, ώστε όσοι έχουν αγαπήσει το έργο του να βρίσκονται μπροστά σε μια ταινία που θα μπορούσε να αφηγείται τη ζωή ενός οποιουδήποτε σημαντικού διανοούμενου, φανταστικού ή πραγματικού.

Στα συν της ταινίας είναι οι δυνατές ερμηνείες των Christofer Plummer και Helen Mirren, οι οποίες παίζουν το ρόλο της μοναδικότητας στην ταινία (προτάθηκαν για τη Χρυσή Σφαίρα και για το Οσκαρ Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού ρόλου), ενώ οι υπόλοιπες εμφανίζονται κατά κύριο λόγο συντονισμένες και καθοδηγούμενες από τη σκηνοθετική ματιά. Βρίσκονται όμως σ’ ένα πολύ καλό επίπεδο, εδικά του James McAvoy καταφέρνει να ξεχωρίσει.


Πρωτότυπος τίτλος: The last station
Έτος: 2010
Διάρκεια: 112 λεπτά
Σκηνοθέτης: Michael Hoffman
Ηθοποιοί: James McAvoy, Christofer Plummer, Paul Giamatti, Helen Mirren, Anne-Marie Duff, Kerry Condon
Διανομή: Filmopolis


Δημήτρης Παλάζης, Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, ο γερασμένος Λέον Τολστόι (Christofer Plummer), ζωντανό σύμβολο της ρωσικής λογοτεχνίας και της Ρωσίας γενικότερα, βρίσκεται στο δίλημμα να κληροδοτήσει τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του με μια νέα διαθήκη στον ρωσικό λαό, όπως τον συμβουλεύει ο καθοδηγητής της τολστοϊκής Κοινότητας Vladimir Chertkov (Paul Giamatti) ή στην οικογένειά του, όπως επίμονα του ζητά η γυναίκα του Σοφία (Helen Mirren).

Ο καινούργιος τρόπος ζωής του Τολστόι, ο οποίος στο τέλος της ζωής του ασπάζεται την ολιγάρκεια και αμφισβητεί τη σημασία και το ρόλο της ατομικής ιδιοκτησίας υλικών αγαθών, θα οδηγήσει σε ομηρικούς καβγάδες με τη γυναίκα του Σοφία.
Ο νεαρός Valentin Bulgakov (James McAvoy), που προσλαμβάνεται ως γραμματέας του Τολστόι μέσω του Chertkov, από τη μια έχει τις οδηγίες του Chertkov να καταγράφει τα πάντα που διαδραματίζονται σε σχέση με το ρόλο της Σοφίας στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων και από την άλλη η Σοφία προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον πάρει με το μέρος της. Η ταινία τελειώνει με το θάνατο του Τολστόι στο σταθμό τραίνων του Astapovo...

Ο Hoffman, βασισμένος στο βιβλίο του Jay Parini πάνω στις τελευταίες μέρες ζωής του Τολστόι, δίνει τη δική του εκδοχή στο σενάριο, έχοντας την πρόθεση να αναπαραστήσει όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά τα ιστορικά δρώμενα: την ανάγκη του υπέργηρου Τολστόι για ολιγάρκεια και αποξένωση από τα υλικά αγαθά, τα οποία πλέον κατέχει άφθονα, αλλά και την ανάγκη του για ψυχική ηρεμία, καθώς διανύει την τελευταία περίοδο της ζωής του. Το θέμα των συγγραφικών δικαιωμάτων ενός μεγάλου συγγραφέα και κατά πόσον αυτά θα πρέπει να είναι κτήμα του λαού του ή της οικογένειάς του. Την αναμενόμενη αντίδραση του οικογενειακού του περιβάλλοντος και ειδικά της γυναίκας του. Το θέμα της τολστοϊκής κοινότητας. Τις σχέσεις του ηλικιωμένου ζεύγους Τολστόι και της «ενηλικίωσης» του παρθένου Valentin μέσω της σχέσης του με το μέλος της τολστοϊκής Κοινότητας Masha (Kerry Condon). Αγάπη, έρωτας, οικογένεια, ιδεολογία, δολοπλοκίες, συγκρούσεις. πόλεμος νεύρων εντός και εκτός της οικογένειας Τολστόι αποφορτίζονται με ενέσεις χιούμορ, τη συνύπαρξη της ελαφρότητας με το δράμα.
Η επιδιωκόμενη όμως συνθετότητα της ταινίας με την παράλληλη ύπαρξη περισσότερων του ενός σημαντικών θεμάτων αναγκάζουν το θεατή σε μια πολυεστιακή παρακολούθηση, που μοιραία αποβαίνει εις βάρος του κάθε ενός θέματος ή κάποιων θεμάτων.
Απουσιάζουν επίσης σοβαρές αναφορές στο πλούσιο λογοτεχνικό έργο του Τολστόι, ώστε όσοι έχουν αγαπήσει το έργο του να βρίσκονται μπροστά σε μια ταινία που θα μπορούσε να αφηγείται τη ζωή ενός οποιουδήποτε σημαντικού διανοούμενου, φανταστικού ή πραγματικού.

Στα συν της ταινίας είναι οι δυνατές ερμηνείες των Christofer Plummer και Helen Mirren, οι οποίες παίζουν το ρόλο της μοναδικότητας στην ταινία (προτάθηκαν για τη Χρυσή Σφαίρα και για το Οσκαρ Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού ρόλου), ενώ οι υπόλοιπες εμφανίζονται κατά κύριο λόγο συντονισμένες και καθοδηγούμενες από τη σκηνοθετική ματιά. Βρίσκονται όμως σ’ ένα πολύ καλό επίπεδο, εδικά του James McAvoy καταφέρνει να ξεχωρίσει.


Πρωτότυπος τίτλος: The last station
Έτος: 2010
Διάρκεια: 112 λεπτά
Σκηνοθέτης: Michael Hoffman
Ηθοποιοί: James McAvoy, Christofer Plummer, Paul Giamatti, Helen Mirren, Anne-Marie Duff, Kerry Condon
Διανομή: Filmopolis

Δημήτρης Παλάζης, 06/08/2010

Γιον Φόσε, Kαι δεν θα χωρίσουμε ποτέ, σκην. Θεόδωρος Εσπίριτου


«Kαι δεν θα χωρίσουμε ποτέ» είναι μια φράση που επαναλαμβάνει το βασικό γυναικείο πρόσωπο («Εκείνη»), παραπέμποντας περισσότερο στην ανεξίτηλη εγγραφή του βιώματος μιας σχέσης, παρά στην τρέχουσα πραγματικότητα που έχει πάρει το δικό της δρόμο.
Θα μπορούσε να υπάρχει μια ιστορία που να διεκδικεί σαν φόντο τα δρώμενα του Φόσε, αλλά αυτή καταφανώς απουσιάζει.
Τα απογυμνωμένα σκηνικά του Χρήστου Κωνσταντέλλου ωθούν τα τεκταινόμενα στην πιο βίαιη απογυμνωμένη μορφή τους.
Το δράμα παίζεται εντός και όχι μέσω κάποιας ιστορίας, γι’ αυτό η ιστορία απουσιάζει, βρίσκεται στις υποθέσεις του οποιουδήποτε. Υποτυπώδης πλοκή, όπως το ένα πράγμα δίπλα στ’ άλλο. Κυριαρχεί η εσωτερική φυσιογνωμία «Εκείνης», όπως καταφέρνει να τη βγάζει με την εξαιρετική ερμηνεία της η Αντωνία Γιαννούλη.
Οι παλινωδίες της ψυχής γίνονται παλινωδίες των φράσεων που επαναλαμβάνονται με αυτιστικό τρόπο θέλοντας να βεβαιώσουν το αβεβαίωτο, να πείσουν χωρίς να μπορούν να πείσουν. Η πραγματικότητα ‘κάπου έξω’ είναι στέρεη σαν τοίχος. Το σώμα κινείται, παίρνει θέσεις, γνώριμες θέσεις, αλλά το δράμα, όπως είπα, παίζεται εντός, όπου τίποτα δεν μπορεί να παραμείνει κρυφό, όπου επιφάνεια και βάθος ταυτίζονται.
Η αντίληψη του χρόνου αποκτά πλάτος και η μνήμη κυριαρχεί. Το βίωμα είναι παρόν, μαζί με τις εξαρτήσεις του, την απόγνωση, την ανασφάλεια, το φόβο. Εξιλαστήριο θύμα γίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος θυσιάζει το παρόν στην εσωτερική απομόνωση και αυτοεγκλεισμό. Η απουσία βιώνεται και ως απουσία και ως παρουσία. Και τα δυο απαιτούν τον ίδιο χώρο της ψυχής κι αλληλομάχονται. Έρως και θάνατος - παρουσία και απουσία- «Εκείνη» κι «Εκείνος». Η δραματουργική γραφή του Φόσε είναι ανοιχτή σε πολυποίκιλους συμβολισμούς.
Τα γνώριμα αντικείμενα διεκδικούν τον άνθρωπο με την καθημερινότητά τους, και την οικειότητα που προσφέρουν. Η επίκλησή τους όμως ηχεί σπαρακτική ή αδιάφορη. Το ξέρουμε ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια ανθρώπινη απουσία.
Τελικά το δείπνο των ανθρώπων ετοιμάζεται, άλλος το ετοιμάζει, άλλοι το πλησιάζουν για να το γευτούν, όμως τελικά μένει στην ψυχή του καθενός ως ανεκπλήρωτη επιθυμία της ‘κοινωνίας’. Ούτε η επίκληση της φυσικής πείνας τού «Κοριτσιού» αρκεί για να συντελεστεί. Το κρασί μόνο καταναλώνεται, που μαλακώνει τα πάθη της ψυχής.

Kαι δεν θα χωρίσουμε ποτέ Γιον Φόσε

Μετάφραση: Ανδρέας Στάικος και Ειρήνη Τσολακέλλη
Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Εσπίριτου
Σύνθεση ήχων - Μουσική: Ορέστης Καμπερίδης
Σκηνικά: Χρήστος Κωνσταντέλλος
Κοστούμια: Έφη Μαραμένου
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός Σκηνογράφου: Ευθύμης Γκίνης

Διανομή με σειρά εμφάνισης:
ΕΚΕΙΝΗ: Αντωνία Γιαννούλη
ΕΚΕΙΝΟΣ: Δημήτρης Πλειώνης
ΚΟΡΙΤΣΙ: Νάντια Καβουλάκου

Δημήτρης Παλάζης, 03/08/2010

Βασίλης Μανουσάκης, Μιας σταγόνας χρόνος, εκδ. Πλανόδιον


Είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Βασίλη Μανουσάκη, διδάσκοντος στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, μεταφραστή, επιμελητή και μέλους της συντακτικής ομάδας του ηλεκτρονικού περιοδικού για την ποίηση .poema..
Τα πρώτα ποιήματα της συλλογής: Το πέταγμα του πουλιού, Το πεφταστέρι, Δυο ηλιαχτίδες, Γαλήνη, Το δέντρο εισάγουν τον αναγνώστη στο λυρικό χορό των συναισθημάτων, όπου «το πέταγμα του πουλιού/ αφήνει μόνο ωραίες αναμνήσεις/ Λύτρωση», οι «Δυο ηλιαχτίδες/ μέσα στα μάτια σου/ μου διηγούνται/ τη δική μου ζωή», η Γαλήνη που απλώνεται και τα σκεπάζει όλα, το δέντρο που «αρκεί που σε βλέπει». Μετά τις πρώτες αυτές λυρικές ανάσες, ο ποιητής ανοίγεται στο υπαρξιακό βάθος με τις Διαπιστώσεις, το ‘νεκρό’ Σώμα «σ' ένα ποτάμι νερό, κενό/ φουσκωμένο με ψέματα», στην Εξέλιξη, όπου «κάπου χάνει μια ζωή και δεν θυμάται πια τη ώρα ήταν».
Ποιήματα όπως Ένας αλλιώτικος ήλιος, Το ουράνιο τόξο και οι Εικόνες προσφυγιάς συνομιλούν με θέματα της σύγχρονης πραγματικότητας.
Περισσότερο αυτοαναφορικά είναι τα ποιήματα: Σπίτι χτισμένο με ιδέες, Μέσα στον καθρέφτη, η Bαρύτητα, Το Αίσιο τέλος και Το τέλος του τέλους που κλείνει τη συλλογή.

Κάθε ποίημα του Βασίλη Μανουσάκη έχει κάτι να πει, κλειδώνει το νόημα του με σαφήνεια. Ένας αέρας κλασσικής γραφής διαπερνά τη συλλογή, χωρίς ιδιοτυπίες και τις συνήθεις απόπειρες εντυπωσιασμού που βρίθουν σε πολλούς νέους ποιητές. Μια απαλή ευαισθησία κι ένα νιάσιμο για ό,τι συμβαίνει εντός και εκτός διαπερνούν τη γραφή και δίνουν το χαρακτηριστικό χρώμα που δίνει το στίγμα του ποιητή και τον καθιστά αναγνωρίσιμο.
Η φαινομενική λιτότητα, ο χαμηλότονος υπαινικτικός λόγος, οι υπαρξιακές αναζητήσεις και διαπιστώσεις σε συνδυασμό με την ήπια συναισθηματική φόρτιση διαφεύγουν το σκόπελο της εγκεφαλικής γραφής και γέρνουν τη ζυγαριά προς όφελος μιας 'καθαρής' ποίησης, δηλαδή μιας ποίησης που συνομιλεί με τις πηγές της στη βάση της αισθητικότητας της ίδιας της γραφής της.

Δημήτρης Παλάζης, 15/07/2010

Λένα Καλλέργη, Κήποι στην άμμο, εκδ. Γαβριηλίδη


Με του Κήπους στην άμμο, την πρώτη της ποιητική συλλογή, η γλωσσολόγος Λένα Καλλέργη δίνει τα διαπιστευτήριά της ως ποιήτρια.
Από τη θάλασσα των λέξεων τής έτυχε ο κήπος της ποίησης. Η ποιήτρια-κηπουρός μπορεί να καλλιεργήσει τα λιμάνια της, να φυτέψει και να δώσει μια νέα ζωή στα καράβια της, στα λουλούδια, στον ορίζοντα. Ν’ αφήσει τη θάλασσα να εισέλθει, το χταπόδι να στηρίξει να κλήματα, οι καρδιές των μαρουλιών να κλείσουν κοχύλια. Ένας κήπος στην άμμο διαλέγεται με τη θάλασσα ως κομμάτι της ύπαρξής του μέχρι να ξαναγίνει άμμος.

Θαλασσινός κι ο έρωτας, με το «πρόσωπό του μισό ψάρι», το «δαχτυλίδι (των αρραβώνων) από χορτάρι/ Όταν μαραίνεται να της φτιάχνει καινούριο». Η ποιήτρια κατανοεί το μέγεθός του απ’ την ανάγκη να τον εξυμνήσει, να του γράψει ποιήματα, «ν’ αποτυπώσει τα δάκρυά του σ’ ένα μαξιλάρι από χαρτί». Θέλει να την ταξιδέψει ο έρωτας, να πετάξει μακριά απ’ το δέντρο το σπίτι και τα τετριμμένα. Όμως «όλο ετοιμάζεται, όλο αργεί αυτός ο γάμος».

Χαρακτηριστική είναι η ικανότητα της Λένας Καλλέργη να μετουσιώνει απλά νοήματα, εικόνες, σκέψεις σε εκλεπτυσμένους στίχους γεμάτους χρώματα, συνθέσεις λυρικές που οδηγούν στην αισθητική απόλαυση. Οι λέξεις την παρασέρνουν, αφήνεται να οδηγηθεί απ’ αυτές, έμπειρη οδηγός η ίδια, συλλέγει κατόπιν το φτερωτό υλικό τους, μαθαίνοντας να εκτελεί τη συνταγή ανάμειξης του βιώματος με την θεωρητική γνώση και εμπειρία.

Στη συλλογή περιλαμβάνονται τριάντα δύο ποιήματα που αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη της αυτογνωσίας της. Το επίπεδο της γραφής είναι υψηλό και μπορεί να κορυφώνεται σε μοναδικές στιγμές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι διαφαίνεται μια υποσχόμενη συνέχεια, όταν το βιωματικό υλικό της νεαρής ποιήτριας αυξηθεί και γονιμοποιήσει τη γραφή της με νέο βάθος.


Το φύλο μιας μέρας στο τρένο

Όμορφος που ήσουν
Το πρόσωπό σου μισό ψάρι
Μισό φίδι
Μισό γύπας που μελαγχολεί
Τα μάτια σου ακοίμητες λίμνες
Τα χείλη σου διασταύρωση ορτανσίας και νέγρας
Τα λόγια σου έξω απ’ τα παράθυρα
Μάνταλα
Τα μαλλιά σου καπνός

Ας έπεσα έξω
Στην ώρα άφιξης του έρωτα
Στις καλές μέρες για απόγονους
Και στην τοποθεσία των σταθμών

Ξέρω ότι ήσουν love story
Γιατί σου έγραψα ποιήματα
Κι αναμφίβολα
Η Τετάρτη είναι αγόρι.

Δημήτρης Παλάζης, 30/06/2010

Λευτέρης Πούλιος, Ποιήματα - Επιλογή 1969-1978, εκδ. Κέδρος


Στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα Επιλογές 1969-1978 του Λευτέρη Πούλιου(1944) περιλαμβάνονται τέσσερις ποιητικές ενότητες που έχουν εκδοθεί παλαιότερα: Ποίηση 1 (1969), Ποίηση 2 (1973), O γυμνός ομιλητής (1977) και Το αλληγορικό σχολείο (1978).
Κατά κύριο λόγο ποιητής της γενιάς του ’70 με παρούσα την πολιτική διάσταση του ποιητικού του λόγου, την ζωντανή και ενεργητική συνειδησιακή συμμετοχή στα τεκταινόμενα της εποχής του που φέρνει στο νου τη γενιά των μπιτ.
Ο λόγος του αντιστέκεται στην ισοπέδωση των αξιών, με την ορμή του δημιουργικού πνεύματος. Είναι καταγγελτικός ,με επαναστατική διάθεση ανατροπής των κατεστημένων και των μηχανισμών τους που μαστίζουν τη χώρα, εμποδίζοντας κάθε υγιή προσπάθεια αντίδρασης, την οποία εξουδετερώνουν με μια ύπουλη διαδικασία οικειοποίησης. Βιώνει επώδυνα ό,τι βιώνουν και οι συνάνθρωποί του, τις απάνθρωπες συνθήκες ζωής στη σύγχρονη καπιταλιστικής κοινωνία, την αλλοτρίωση, το οικιστικό αλαλούμ της μεγαλούπολης και τα οικολογικά προβλήματα, τη μοναξιά και τον εξοβελισμό των αισθημάτων, η μισερή δικαιοσύνη, η εμπορευματικοποίηση όλων εν τέλει. Για τον Λευτέρη Πούλιο η κοινωνία που ανέχεται ή φοβάται έχει μερίδιο ευθύνης, όπως και οι πρωτεργάτες της αλλοτρίωσης. Κι ο ίδιος ο Θεός έχει ευθύνη όσο δείχνει πως παραμένει αμέτοχος.

Εμφανίζεται στην αρχή με εκτενή ποιήματα, νεανική ζωντάνια, ρητορική διάθεση, επική ανάπτυξη με έντονο το δραματικό στοιχείο. Η ‘ηλετροφόρα’ έμπνευσή του μέσα από μια κατάσταση μέθης και παροξυσμού κατευθύνει ενορατικά τις σκέψεις του προς τα μεγάλα σύγχρονα προβλήματα, τις αλλαγές που συντελούνται, ανοίγοντας το χωνί της γραφής του και στον ευρύτερο κόσμο. Ύφος απελπισμένο, αλλά και φιλεύσπλαχνο, πόθος μεγάλος να μοιραστεί, να επικοινωνήσει, να άρει τη μοναξιά. Μαζί με τους νέους της εποχής του θέλει ν’ απομακρυνθεί απ’ την ψευδεπίγραφη κοινωνία, τη συμβιβασμένη και πληκτική. Να δώσει ένα νέο όνομα κι ένα νέο όραμα στα πράγματα.
Ο Λευτέρης Πούλιος πιστεύει στον ενορατικό και λυτρωτικό ρόλο της ποίησης. Ο ποιητικός σπαραγμός του είναι ένα εκρηκτικό μίγμα προσδοκίας και άρνησης, μια βίαια άρνηση που προκύπτει από την επίγνωση της ανθρώπινης πορείας απανθρώπισης και αναπέμπει σε μια σφοδρή προσδοκία αγνότητας και μυσταγωγικής αγάπης.

Με Το αλληγορικό σχολείο αρχίζει ήδη εμφανίζεται μια στροφή στη γραφή του, μια εσωτερική αναδίπλωση στο προσωπικό είναι, που θα γίνει περισσότερο έκδηλη στις συλλογές που θα ακολουθήσουν. Ο λόγος αποκτά περισσότερη αποσπασματικότητα, ο ρητορικός τόνος πέφτει και η έκταση των ποιημάτων μικραίνει.

ΑΣΜΑ (Ποίηση 1)

Η μηχανή σπάει τις πέτρες σαν κόκαλα μικρού παιδιού
κάποτε συντρίβει τα χέρια του χειριστή πάντοτε
ακολουθεί ένα νόμο.
ο τραγουδιστής Ντύλαν που είχε μια κιθάρα και μια καλύβα
στον Αμαζόνιο έφτυνε στο ποτάμι ακολουθώντας δικό του νόμο
για να χωθεί στα γρανάζια της μηχανής
απ’ την καλύβα και το ποτάμι.
άνοιξε
μία
τρύπα και βούλιαξε μαζί με την κιθάρα
στον Αμαζόνιο ουρλιάζοντας ένα σκοπό αψηφώντας
στα φρεναρίσματα της μηχανής στην αγκαλιά
της πόρνης εκμετάλλευσης
κατέληξε
νικημένος
πια.
το μηχάνημα εξαπέλυσε ένα βλήμα στη σελήνη
αν και θα διαγείρει τις συνειδήσεις των νεκρών.
ο Ντύλαν μπροστά στο χωνί μασούσε χαλίκια
σαν υποταχτικό σκυλί.
γύρω του έσπαγε η κραυγή η πρωτινή του
πάνω σε τζάμια σε γρανάζια σε μάνατζερς
όχι σαν κραυγή που αδυνατεί να τρυπήσει ένα τύμπανο
ή ένα τζάμι, μα σαν οργανισμός από νερό
που πνίγεται στο νερό,
ήρεμα
οργισμένα
και γίνεται ψάρι.
αυτό το χρονικό μιας καλύβας
το ποτάμι ακολουθώντας τον νόμο του το χρήμα σαρώνοντας
τις θελήσεις, μια κοπέλα με παίδευε χθες όλη νύχτα
χτίζαμε έναν πύργο με χάδια το πρωί μας τον γκρέμισαν
ίσως να μην την ξαναδώ, πού θα πάω αλήθεια;
ο Θεός με παιδεύει
ξεκινώντας από ένα σύννεφο κοπριάς μέχρι
το μπρούντζινο άγαλμα του ήρωα
το μυαλό μου είναι θολό από χιλιάδες σαλιγκάρια
κι η παλάμη μου μια εξέδρα καθώς
ταξιδεύει για την Αφροδίτη
ω να ’ξερα να σου μίλαγα, χρόνε,
με διφορούμενα πέδιλα αγώνων σκοτώνοντας νόμους
συμβιβασμούς παραδόσεις ακολουθώντας τον δικό μου νόμο
μα τότε δεν θ’ άξιζα όσο μια μηχανή;

Δημήτρης Παλάζης, 28/06/2010

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Σταύρος Καμπάδαης, Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι; εκδ. Αλεξάνδρεια


Η συλλογή Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι; είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Σταύρου Καμπάδαη. Έχουν προηγηθεί οι ποιητικές συλλογές Διαπόμπευση, εκδ. Αλφειός 2004 και Γιατί καθετί που πουλιέται δεν έχει καμία αξία, εκδ. ASHINART 2007.

Είναι γεγονός ότι πολλές φορές το τρίτο βιβλίο ενός ποιητή αποτελεί ένα ορόσημο. Στο πρώτο βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το θέμα της έκθεσης στο κοινό, πώς θα σε δουν, δηλαδή. Με το δεύτερο καταλαβαίνεις πως έχεις να πεις κάτι παραπάνω που δεν είπες στο πρώτο, ίσως και κάτι διαφορετικό. Παράλληλα, η σιγή όμως στο χώρο της ποίησης είναι μεγάλη. Οι αναγνώστες εκλείπουν. Η ποίηση έχει τεθεί εκτός των μέσων διάδοσης και παρόλα αυτά δεκάδες ποιητικές συλλογές εκδίδονται κάθε χρόνο σε πείσμα των καιρών. Δικαίως λοιπόν ο Σταύρος Καμπάδαης θέτει το ερώτημα: «Με την τρίτη παίρνεις το χρίσμα ή καίγεσαι;». Το ερώτημα του ποιητή και της γραφής του. Ένα ερώτημα που έχει σχέση με αριθμούς, αλλά στην πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχει μαζί τους. Είναι η διαρκής αμφιβολία του ποιητή, η εναλλαγή της αμφισβήτησης με την σιγουριά, με διαβάζουν-δε με διαβάζουν, είμαι ποιητής-δεν είμαι, βάζω κι εγώ ένα λιθάρι στην ποίηση ή δεν βάζω και τι είδους λιθάρι είναι αυτό κ.λπ. κ.λπ.
Σαφώς δεν καίγεται ο Σταύρος Καμπάδαης, αλλά προχωρεί με την τρίτη του συλλογή με μια γλώσσα σταράτη, που μιλά κατευθείαν, χωρίς λοξοδρομήσεις και εκπεσόντες συναισθηματικούς λυρισμούς. Όσοι αναζητούν καλολογικά στοιχεία, δεν θα τα βρουν. Γραφή λιτή, δωρική, με άρωμα μπιτ, σε κατευθύνει στο κέντρο του ποιητικού σημαίνοντος, όπου μετουσιώνονται όλες οι σημαντικές στιγμές του ποιητή και βρίσκει διέξοδο το προσωπικό του σημαντικό, διατηρώντας όλο το άρωμα της νόησης ή της αίσθησης.
Ποιήματα ζωντανά, με φρεσκάδα, μοιάζουν να γράφονται τη στιγμή που βιώνεται το ερέθισμα. Σου απευθύνονται, σου μιλούν σαν να είσαι δίπλα, να μη μεσολαβούν οι αποστάσεις, το χαρτί. Ακούγεται η φωνή του ποιητή, αυτό είναι όλο, σου λέει, αυτό γράφω, έτσι είμαι.
Ο Σταύρος Καμπάδαης εστιάζει στα κύρια σημεία της πραγματικότητας αποστάζοντας την καθημερινότητα. Ακόμα και η είσοδος των ονείρων στην ποίηση του παρουσιάζεται ως ισάξια πραγματικότητα.
Καταστατικά ειλικρινής βάζει το μαχαίρι στην πληγή, όποτε το κρίνει απαραίτητο. Ο Σταύρος Καμπάδαης οδηγείται σ' έναν ποιητικό ρεαλισμό, όπου όμως διαρκώς υποκρύπτεται η διαρκής σκόπιμη απονεύρωση της ρομαντικής διάθεσης, η ανάγκη για την παιδική αθωότητα που ζει στο βάθος και αναζητά στο περιβάλλον τρόπους να βγει και να συνομιλήσει. Οι συνεχείς διαψεύσεις ενός δρόμου επικοινωνίας δίνουν την περισσότερη ένταση στην επιθυμία αυτή.
Δραματικές ψυχολογικές καταστάσεις αναπαρίστανται ως μικρές ιστορίες, φαινομενικά απλές, αλλά βαθιές, που συντονίζουν τον αναγνώστη στον προσωπικό μύθο του ποιητή.

Δημήτρης Παλάζης, 31/5/2010

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ο δύσκολος θάνατος, εκδ. Νεφέλη


Τον «Δύσκολο θάνατο» του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996) απαρτίζουν επτά ποιητικές ενότητες: «Αισθηματική ηλικία», «Δύσκολος θάνατος», «Ο θάνατος του Μύρωνα», «Ποιήματα για ένα καλοκαίρι», «Νοσοκομείο εκστρατείας», «Ποιήματα της τελευταίας άνοιξης» και «Αργό πετρέλαιο» στην οριστική τους έκδοση.

Ποιητής της Θεσσαλονίκης και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου καταθέτει την προσωπική του περιπέτεια, τους πολλούς μικρούς θανάτους που συνοδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη ώς τον οριστικό. “Ο δύσκολος θάνατος» αποκρυσταλλώνεται σε στίχους χωρίς μελοδραματισμούς και εξάρσεις, αλλά ψύχραιμα, σε απόσταση από το γεγονός, μέσα από τη μνήμη και την αναπόληση.
Οι εσωτερικές ζυμώσεις έχουν καταλήξει, η μοναξιά δεν λησμονιέται, είναι παρούσα. Εδώ κι εκεί μοναξιά, το πρόσωπο αλλάζει, το ομορφαίνει η επιθυμία και το αποκαλύπτει η στέρηση, η φθορά..
Η ποίηση Ασλάνογλου δεν παίζει με τις λέξεις και τους κλισαρισμένους στίχους που συνήθως κληροδοτούνται. Οι μικρές καθημερινότητες υπεισέρχονται στους στίχους του και μεγαλώνουν μετουσιωμένες σε περιγραφές αισθημάτων, σε ατμόσφαιρες όπου το ποιητικό υποκείμενο δίνει τη μάχη της ουσίας του, της ύπαρξής του. Το μοιραίο του τέλους, του αποχωρισμού γίνεται το μοιραίο των στίχων, της κατάληξης του ποιήματος. Οι λέξεις, σαν να υπακούουν μια αόρατη διαταγή, ενορχηστρώνονται για να παίξουν το τελευταίο κεφάλαιο της πραγματικότητας στο δικό τους εξίσου πραγματικό χώρο. Μόνο που το τέλος είναι ήδη γνωστό απ' την αρχή του ποιήματος. Ο ποιητής γνωρίζει ήδη το προσωπικό του σενάριο. Στη ζωή υπάρχουν φορές που ελπίζεις ν' αλλάξουν τα πράγματα. Εκεί περιμένεις μια καλύτερη μέρα. Στην ποίηση όμως που αποστάζει η πραγματικότητα δείχνει το γυμνό της πρόσωπο, την αλήθεια που υπηρετεί αντλώντας απ' τα βάθη του είναι.

Το τοπίο παίζει σημαντικό ρόλο στην ποίηση του Ασλάνογλου. Είναι το εναλλακτικό οδοιπορικό της ψυχής του, στο χάρτη του οποίου καρφιτσώνονται τα βιώματα. Η δράση του τοπίου, η παρουσία του και η ο βαθμός ανεξαρτησίας του από το συνδεδεμένο βίωμα προσδίδουν πλούτο στις συναισθηματικές αποχρώσεις της ποίησης του, καθιστώντας τη ‘ζωντανή’ σε χαμηλόφωνα κρυπτικά σκηνικά.
Η σύγκρουση του εξωτερικού κόσμου με τον εσωτερικό οδηγεί σε μια εσωστρεφή γραφή, όπου αφαιρετικά, με χρήση συμβόλων και νέων νοηματοδοτήσεων στην γλώσσα, αναπτύσσεται η άλλη πραγματικότητα, εκείνη του εαυτού.
Ο έρωτας χωρίς ελπίδα, η περιπλάνηση της μοναξιάς και του χωρισμού, η απουσία του αγαπημένου προσώπου, η απουσία της αληθινής επαφής είναι οι συνθήκες του ποιητικού του έργου. Διατρέχουν το βιωματικό υλικό που καταγράφηκε, και, μέσω αυτού, ‘προφητεύουν’ το μέλλον. Είναι το δράμα ενός παρόντος, η επιλογή να ζεις ένα ‘προφητικό’ παρόν, ένα παρόν ‘δυνάστη’, που χρόνο με το χρόνο στερεί την ελπίδα από το όποιο μέλλον.
Ο ποιητής κατοικεί και λιμνάζει στο πένθος. Γι’ αυτό ταξιδεύει στα τοπία του, σημειώνει τους χάρτες τους με τα λυρικά χρώματά τους. Το δράμα παίζεται αλλού, η καταιγίδα είναι εσωτερική κι όταν απομακρύνεται, απ’ τα συντρίμμια προβάλλει το αλόγιστο ξόδεμα. Όχι το αλόγιστο ξόδεμα του ταξιδιού, αλλά το αλόγιστο ξόδεμα του πάθους και της ελπίδας που κάποια στιγμή κατάφερε να εισβάλλει και να τον αναταράξει, για να τον εγκαταλείψει κατόπιν στην πικρή ερημία του πεπρωμένου.

Δημήτρης Παλάζης, 21/05/2010