Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Γουίλιαμ Μπάροουζ, Junky, εκδ. Απόπειρα



Το οδοιπορικό του Μπιλ Λι μέσα απ' τους δρόμους των ναρκωτικών αρχίζει, όταν ένας νεαρός κακοποιός κλέβει μια μέρα ένα όπλο και του ζητά να του βρει αγοραστή.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του Γουίλιαμ Μπάροουζ (1914-1997) - ηγετική μορφή της γενιάς των μπιτ - μας μεταφέρει σ’ έναν εφιαλτικό κόσμο, με ακραίες ψυχικές καταστάσεις, τους παροξυσμούς ενός εξαρτημένου από τα ναρκωτικά, εγκλωβισμένου σ’ ένα κορμί που αποζητά τις δόσεις του, το κυνηγητό για την καθημερινή πρέζα στα σοκάκια της Νέας Υόρκης, της Νέας Ορλεάνης και της Πόλης του Μεξικού.
Ο εφιάλτης είναι πάντα παρών, απενοχοποιημένος, γυμνός. Ένας κόσμος άγριος, κυριαρχημένος από τη ζωή της πρέζας, τους μικροπωλητές και συνάμα χρήστες, τους μεγάλους και τους μικρούς του συναφιού, που ζει και αναπτύσσεται δίπλα στον «φυσιολογικό» γνωστό μας κόσμο. Ο ναρκομανής χρησιμοποιεί το αισθητήριό του για να βρίσκει τα στέκια της πρέζας, όπου κι αν βρίσκεται ν’ ανακαλύπτει τον κόσμο που ανήκει.
Η απλότητα και την ειλικρίνεια της αφήγησης του Μπάροουζ παρουσιάζει τολμηρά λεπτομέρειες από τις σκέψεις, τη ψυχολογία και τις πράξεις των εξαρτημένων στον κόσμο της βελόνας και της σιωπής, όπου οι χειραψίες με το θάνατο είναι συνήθεις και αναμενόμενες. Ρυθμιστής των πάντων η ανάγκη και η αγωνιώδης εξυπηρέτησή της. Μέσω των εξαρτημένων μας μιλά για τη σχέση μας με το σώμα μας και τις φοβίες μας, συνδυάζοντας τη βιωμένη γραφή με την εξερεύνηση των μύχιων του εσωτερικού ανθρώπινου διαστήματος
Το αίσθημα του ανοίκειου που δημιουργεί η εκ των ένδον εξιστόρηση του τοξικομανούς κ. Λι λειτουργεί με καθοριστικό τρόπο στην καθήλωση του αναγνώστη και υποκαθιστά τη χαλαρή ή συμπτωματική πλοκή. Ο κόσμος του κ. Λι διεκδικεί την αυτονομία του, απογυμνώνοντας την κοινωνική και πολιτική υποκρισία που περιβάλλει το θέμα του εθισμού. Από τον κόσμο του απουσιάζει η ενοχή. Ο κόσμος της πρέζας είναι έτσι.
Αλλά ο Μπάροουζ προχωράει και παραπέρα. Βάζει το μαχαίρι στην πληγή. Μιλάει για το «φτιάξιμο», ως επιθυμία και αναζήτηση να βλέπεις τα πράγματα από διαφορετική, ξεχωριστή σκοπιά. Ο Λι ομολογεί ότι επιζητεί το φτιάξιμο. Αηδιασμένος από τα ναρκωτικά, από την ίδια του τη σάρκα που γερνάει και γίνεται όλο πιο τυραννική και φοβισμένη, αναζητά το ύστατο φτιάξιμο σε μια καινούργια ουσία, το yage. Τολμηρό διάβημα για την εποχή του, για την εποχή μας επίκαιρο.

Δημήτρης Παλάζης, 15/04/2010

Παρασκευή 9 Απριλίου 2010

Τζακ Κέρουακ, Στο δρόμο, εκδ. Πλέθρον


Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Κέρουακ (1922 - 1969), ενός από τους κύριους εκπροσώπους της γενιάς μπιτ, και το μυθιστόρημά του «Στο δρόμο» έχει ήδη διαγράψει την πορεία του ταξιδεύοντας τους χιλιάδες αναγνώστες του ανά τον κόσμο.
Το αυτοκίνητο, μια μηχανική προέκταση της αφήγησης αλλά και «ζωντανός» ήρωάς της, γίνεται ο μοχλός του ταξιδιού, της περιπλάνησης του πρωταγωνιστή Σαλ Παραντάις με τον Νιλ Μόριαρτι. Γεμίζει την αφήγηση με εναλλαγές τοπίων της αμερικανικής υπαίθρου, μεγάλων και μικρών πόλεων. Στο δρόμο για το Ντένβερ, το Σαν
Φραντζίσκο, το Λος Άντζελες, το Τέξας και τελικά για το Μεξικό προβάλλει μια ανάγλυφη εικόνα της Αμερικής τέλη δεκαετίας του '40.

Τα αισθήματα εναλλάσσονται, άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν στην αφήγηση. Η ζωή ακατέργαστη, αραφινάριστη, σε διαρκή ροή. Η ευαισθησία εξημμένη, οι μυρουδιές σ’ όλη τους την ένταση, οι ήχοι σ’ όλο τους το βάθος. Μια αυτόνομη ζωή πλατύτερη απ’ τη συνηθισμένη μου αγκαλιάζει την εμπειρία αχόρταγα. Η μουσική τζαζ ιερουργείται μέσα από τις βιωματικές περιγραφές του συγγραφέα που είναι λάτρης της. Η εμπειρία μακραίνει ως τον μεταφυσικό συγκλονισμό.

Η κίνηση διακατέχει τους δυο πρωταγωνιστές, δεν έχουν ιδιαίτερες φιλοδοξίες, δεν τρέφουν όνειρα. Ζουν στη σκιά του αμερικάνικού ονείρου, που γι ’αυτούς είναι η πραγματική ζωή. Κόντρα στο σύστημα, μέσω της ελευθερίας της κίνησης, αναζητούν το δυνατό βίωμα, το μοναδικό βίωμα που αξίζει να αναζητήσεις κανείς.
Σε σύγκριση με τα υπαρξιακά βάθη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα του Κέρουακ μένει σε μια κατά βάση ρομαντική περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης εμπλουτισμένης με ανατολίτικες μυστικιστικές διεξόδους. Κρατά για τον εαυτό της σφιχτοδεμένα όμως την εξαιρετική αίσθηση ροής των ταξιδιών, το πάθος της αντισυμβατικής αναζήτησης, την ανάδειξη της πυκνότητας του απλού σε ουσιώδες.
Το είδωλο του Σαλ, ο Ντιν, καίγεται μέσα σ' ένα καζάνι υπερβάλλουσας ενεργητικότητας, λιώνει για να ανασυσταθεί εκ νέου στην αναζήτηση ενός βαθύτερου άνθρωπου. Ο Κέρουακ περιγράφει αυτές τις μορφώσεις, απαλείφοντας για ενδιάμεσα κενά, τα γεμάτα συμβατικότητες. Η περιγραφή του είναι η πεμπτουσία ενός ονείρου που διακατέχει τον ιστό της, μια υλική και πνευματική δραπέτευση απ' την καθημερινότητα, της οποίας το βάρος είναι αντιστρόφως ανάλογο της απουσίας της. Η ζωή δεν είναι μόνο τα πάρτι, τα μεθύσια, τα ταξίδια και όλα τα άλλα. Δομείται από απροσμέτρητες διαμεσολαβήσεις της καθημερινότητας με όλες τις συμβατικότητες που εμφανίζονται αδιαπέραστες. Οι ήρωες του Κέρουακ έχουν όμως την ανάγκη να πειραματιστούν, να δραπετεύσουν, να βρεθούν στο δρόμο για ένα εναλλακτικό ταξίδι που θα φορτίσει τις
αποστεωμένες μπαταρίες για να κρατήσουν μέχρι το επόμενο ταξίδι.

Δημήτρης Παλάζης, 9/4/2010

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Ευγενία Μεταξά, Χωρογράφηματα, εκδ. Διάττων


Με το πρώτο της βιβλίο η Ευγενία Μεταξά χωρογραφεί τον προσωπικό της ποιητικό χώρο. Στα «Χωρογραφήματα» περιλαμβάνονται τρεις ενότητες: Διαθέσεις Ι, Συγγένειες και Διαθέσεις ΙΙ και χαρτογραφούν την ποιητική της πορεία.

Την ποιήτρια απασχολούν προσωπικά και κοινωνικά θέματα, της καθημερινότητας. Βρίσκουμε στίχους αφιερωμένους στους νέους του οικείου της περιβάλλοντος, όπως ο ανιψιός της Αχιλλέας στο "Πνέοντας τα λοίσθια" (σ. 25), η "άγνωστη μικρή Δανάη" (Ευτελής πράξη, σ. 26), η "ανιψιά της Αριάδνη" (Κατόρθωμα, σ. 30)
Επίσης θέματα που τη συγκινούν και ανταποκρίνεται άμεσα γράφοντας στίχους, όπως το ποίημα "Σταυρός" (σ. 24), αφιερωμένο στο Γιάννη, που 'έφυγε με μηχανή' 21 χρόνων.

Δροσερό πνεύμα η Ευγενία Μεταξά ξαναφρεσκάρει τις παλιές στιχουργικές αναμνήσεις μας με τις ομοιοκατάληκτες και ρυθμικές συνθέσεις της, με απόηχους στίχων του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, από τις οποίες συνθέσεις πολλές θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν ωραία τραγούδια.

Η γραφή της έχει την ικανότητα από τη μια να πατάει στέρεα στη γη κι από την άλλη να ονειρεύεται. Από τις "Διαθέσεις ΙΙ" και μετά σηματοδοτείται ένα άνοιγμα σε περισσότερο περίπλοκες συνθέσεις. Η ρυθμική παραμένει, αλλά οι ομοιοκαταληξίες φθίνουν όσο προχωράμε. Στοn "Κύκνο", το τελευταίο ποίημα του βιβλίου, ο στίχος είναι πλέον ελεύθερος.

Προφανώς η Ευγενία Μεταξά μας ταξιδεύει στο πρώτο της βιβλίο σε επιλογές από τα πρώτα της γραφτά μέχρι τη σημερινή εποχή. Ένα ταξίδι ευχάριστο με τραγουδιστικούς στίχους που αγκαλιάζουν ένα ευρύ φάσμα κοινού. Ο μέσος Έλληνας (αν υπάρχει αυτός ο όρος), ειδικά εκείνος που έχει μεγαλώσει παιδιά, μπορεί ν' ακουμπήσει στους στίχους της τις δικές του σκέψεις, τα δικά του συναισθήματα. Με αναφορά τις δύσκολες στιγμές της εμπειρίας μπορεί να βρει στην Ευγενία Μεταξά έναν άνθρωπο που τον καταλαβαίνει και με τις λυρικές της επιδόσεις και την τραγουδιστική της φόρμα τον φέρνει κοντά της να τραγουδήσουν μαζί.


Δημήτρης Παλάζης, 6/4/2010

Σοφία Στρέζου, Νυχτερινό Πρελούδιο εκδ. Νέα Σκέψη


Στο «Νυχτερινό Πρελούδιό» της η Σοφία Στρέζου στοχάζεται λυρικά πάνω στη ζωή, στην αίσθηση του μοιραίου, που συνεχώς ανακαλύπτεται, επιβεβαιώνεται, κάτι στο οποίο η λογική αδυνατεί να επιβληθεί καθοριστικά. Η συναισθηματική αναστάτωση, το σπάσιμο των κρυστάλλων της ανθρώπινης ύπαρξης, ο αγώνας του ανθρώπου να βρει τη γαλήνη, την ειρήνη μέσα από "ολοένα μετατοπιζόμενα συγκινησιακά επίπεδα" (Δίλημμα, σ. 38), ακολουθούν έναν μεταπτωτικό τρόπο ξεχωριστό για τον καθένα.
Κυριαρχεί η επίγνωση της απώλειας, της φθοράς, του τέλους. Η ‘νίκη’ στις ανθρώπινες σχέσεις είναι μια "νίκη στην τέφρα", η δικαίωση είναι η αγάπη. Η ήττα η απώλεια, η φθορά.

Η σιωπή της Στρέζου είναι η σιωπή της απόγνωσης που την αναπαραγάγει, "η τελευταία άμυνα", "η λευκή σιωπή" (Αναδύεσαι, σ. 32). "Σιωπές που σε δονούν", αλλά και που "παρανομούν" "μπροστά σ' ένα γιατί που ομολογεί". "Σιωπές που ρημάζουν, αφανίζουν, ανταλλάσσουν, κανείς δεν έμαθε με τι" (Αναπόδεικτο, σ. 31).

Ο πάντα περιορισμένος χρόνος, η προοπτική του τέλους, της ολοκλήρωσης κάθε ανθρώπινου βιώματος είναι άρρηκτα δεμένη με την προσωρινότητα της ανθρώπινης ζωής. Αναζητώντας την υπέρβαση ο άνθρωπος επιζητεί να "βιάσει" το χρόνο περνώντας στη σφαίρα του έρωτα, στον "πανικό του χρόνου" (Πρόσωπο με πρόσωπο, σ. 58)
Αφού υπάρχει όμως τέλος, υπάρχει και μια αρχή, που μπορεί να ανανεώνεται:
"Ένας ακόμα θάνατος κάθε βράδυ
και κάθε πρωί,
μια καινούργια άνοιξη
... μόνο για μένα"

(Τέλος - Αρχή, σ. 60)

Τα πρελούδιο της Σοφίας Στρέζου είναι νυχτερινό, η μουσική της νύχτας κυριαρχεί, «σκεπάζοντας μορφές κι όνειρα χτυπημένα με βέλη. Είναι η «νύχτα των πόθων που γεννιούνται και πόθων που καίγονται στη φωτιά του νου και της ψυχής», είναι τα «θύματα της νύχτας». Αλλά και αναζήτηση της ειρήνης, η αναμονή της ειρήνης, μέσα απ’ τον αποκαθαρμό του πόνου.

Στην ποίηση της επιχειρεί ν' απαντήσει στο τρίπτυχο ερώτημα:
"η ζωή, η ηδονή, ο θάνατος". Ή, καλύτερα, αναζητά να δώσει με το δικό της τρόπο αυτές τις θεμελιώδεις ερωτήσεις.
Για την ποιήτρια, «Το να μη γεύεσαι τη ζωή είναι θάνατος, αλλά και το ν' αρνείσαι με πείσμα το θάνατο δεν είναι ζωή». Οι αρνήσεις της ζωής είναι τα προσωπεία του θανάτου, οι ποικίλες μορφές του.
Ο έρωτας είναι καταδικασμένος στον κύκλο αρχής – τέλους που αναπαράγεται, γιατί "η αμετάκλητη άρνηση ικετεύει τον έρωτα" (Η ζωή μου, σ. 8)

Η ποίηση της Στρέζου είναι βαθιά υπαρξιακή, ένας ευθύς και ειλικρινής στοχασμός στα βασικά ανθρώπινα ερωτήματα, ένας διερευνητικός εσωτερικός μονόλογος και μια προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης εκδήλωσης που διαπερνά την ποιητική κατακλείδα.

Δημήτρης Παλάζης, 30/03/2010

Τρωάδες του Ευριπίδη στο Θέατρο του Νέου Κόσμου


Επίκαιρη και διαχρονική η τραγωδία του Ευριπίδη. Οι τρωάδες, οι αιχμάλωτες γυναίκες της νικημένης και συλημένης Τροίας, έχουν μεταβληθεί σε σκλάβες που είναι εξαναγκασμένες να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και ν’ ακολουθήσουν τους νικητές σε νέους άγνωστους γι’ αυτές τρόπους.

Ο Ευριπίδης, εστιάζοντας στη βασιλική οικογένεια των Τρώων με κεντρικό πρόσωπο τη μαρτυρική Εκάβη, αναδεικνύει με ποιητική ευαισθησία όλα τα δεινά που ακολουθούν τον πόλεμο και δη αυτό της προσφυγιάς.
Η αναλγησία των νικητών σε συνδυασμό με τη γνωστή μοίρα της σκλαβιάς ζωντανεύουν στο δράμα του μεγάλου τραγικού και δίνουν τη δυνατότητα για έξοχες ερμηνείες στην Μαρία Καλλιμάνη στο ρόλο της Ανδρομάχης και στη Μαρία Κίτσου στο ρόλο της Κασσάνδρας. Οι δυο ηθοποιοί κατάφεραν να μεταδώσουν τον πόνο των δύο αυτών μαρτυρικών τρωάδων μέσα από την πειστικότητα του ρόλου που υποδύθηκαν.

Η κατακόρυφη πτώση από τα πρότερα αξιώματα στο επίπεδο της σκλαβιάς και του ξεριζωμού έμοιαζε σ’ όλη τη διάρκεια του δράματος να μην έχει τέλος. Η Λυδία Κονιόρδου εμφάνισε μια Εκάβη που χτυπημένη απ’ όλες τις μεριές δεν μπορούσε να βρει ένα σημείο αναφοράς για να εκφράσει μια «λύπη παραπάνω», αφού το τραγικό διαδεχόταν το τραγικό, ώστε να μην ξέρεις γιατί να πρωτολυπηθείς. Γι’ αυτό που χάθηκε, που χάνεται διαρκώς, για το ζοφερό άγνωστο που έρχεται;…

Για να εξισορροπήσει τον πόνο των Τρωάδων, ο Ευριπίδης αντιπαράθεσε τη συμφωνία των θεών, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα, ώστε οι νικητές τελικά να τιμωρηθούν.

Θέλω να ξεχωρίσω τη μετάφραση του ποιητή Παντελή Μπουκάλα, που ξαναζωντάνεψε το αρχαίο κείμενο σε τόσο όμορφη νεοελληνική γλώσσα, σε σημείο που αν το Ευριπίδης μας έβλεπε από ψηλά θα καταχειροκροτούσε.

Τα σκηνικά του Άγγελου Μέντη ασπρόμαυρα, ένα απογυμνωμένο από κάθε χρώμα πένθος.

Με μια φράση, πρόκειται για μια δεμένη παράσταση με εξαιρετικές ερμηνείες που χειροκροτήθηκε θερμά και το άξιζε.


Τρωάδες του Ευριπίδη

Σκηνοθεσία: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Μετάφραση: Παντελής Μπουκάλας
Επιμέλεια κίνησης: Αγγελική Στελλάτου
Σκηνικό - Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Τάκης Φαραζής
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Άννα Τσαπάρα

Παίζουν οι ηθοποιοί:
Λυδία Κονιόρδου (Εκάβη)
Γιάννης Τσορτέκης (Ταλθύβιος)
Μαρία Καλλιμάνη (Ανδρομάχη)
Μαρία Κίτσου (Κασσάνδρα)
Μιχάλης Οικονόμου (Μενέλαος)
Ιωάννα Κανελλοπούλου (Αθηνά)
Αμαλία Τσεκούρα (Ελένη)
Ορέστης Τζιόβας (Ποσειδώνας)
Δήμητρα Λαρεντζάκη
Αιμιλία Βάλβη
Ειρήνη Τζανετουλάκου
Ελίτα Κουνάδη
και ο μικρός Μιχάλης Καφούσιας

Θέατρο του Νέου Κόσμου
Αντισθένους 7 & Θαρύπου, ΦΙΞ, τηλ. 210-9212900


Δημήτρης Παλάζης, 29/03/2010

Τόμας Μαν, Το μαγικό βουνό, εκδ. Εξάντας


Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν (1875-1955) είναι ένα μνημειώδες έργο που αποπειράται να φωτίσει βασικές προκλήσεις της ύπαρξης, όπως Θάνατος και ζωή, το μυστήριο του χρόνου, τον έρωτα, μέσα από μια περιπετειώδη διαδικασία που προσομοιάζει με μύηση.
Ο νεαρός μηχανικός Χανς Κάστορπ από το Αμβούργο μεταβαίνει στο διεθνές σανατόριο Μπέργκχοφ της Ελβετίας για να επισκεφτεί τον ξάδερφό του Γιοάχιμ Τσείμσεν. Όμως ένας παρατεταμένος ελαφρύς πυρετός και μια αντίστοιχη ιατρική διαπίστωση οδηγεί τον αυλικό σύμβουλο Μπέρενς, προϊστάμενο γιατρό του ιδρύματος, να του προτείνει μια πιο μακρόχρονη παραμονή. Η παραμονή ανανεώνεται, ώστε η αρχική διάρκεια της επίσκεψης των τριών εβδομάδων να καταλήξει τελικά σε μια επταετή παραμονή.

Ο νεαρός μηχανικός Χανς Κάστορπ από το Αμβούργο μεταβαίνει στο διεθνές σανατόριο Μπέργκχοφ της Ελβετίας για να επισκεφτεί τον ξάδερφό του Γιοάχιμ Τσείμσεν. Όμως ένας παρατεταμένος ελαφρύς πυρετός και μια αντίστοιχη ιατρική διαπίστωση οδηγεί τον αυλικό σύμβουλο Μπέρενς, προϊστάμενο γιατρό του ιδρύματος, να του προτείνει μια πιο μακρόχρονη παραμονή. Η παραμονή ανανεώνεται, ώστε η αρχική διάρκεια της επίσκεψης των τριών εβδομάδων να καταλήξει τελικά σε μια επταετή παραμονή.
Στην πραγματικότητα όμως, ή παράλληλα με τις ιατρικές αιτιάσεις και προτροπές, ο ανοιχτός σε εμπειρίες Χανς Κάστορπ παραμένει γιατί γοητεύεται ή παρασύρεται να γοητευτεί από την ιδιότυπη ατμόσφαιρα του μαγικού βουνού και, με τη διαδοχή των εμπειριών ενός καινούργιου κόσμου, υφίσταται μια συνειδησιακή μετάλλαξη που τον μεταφέρει σε περιπέτειες και «κυβερνητικούς» προβληματισμούς πολλαπλών επιπέδων, αισθησιακών, ηθικών, πνευματικών, που δεν θα είχε τολμήσει καν να ονειρευτεί στα «πεδινά».
Κρίσιμο ρόλο στην παρουσία του στο σανατόριο παίζουν ο μέντοράς του Σεττεμπρίνι, ουμανιστής και ηθικολόγος λογοτέχνης και τέκτων, σε συνδυασμό με τον ρητορικό αντίπαλο του Σεττεμπρίνι, τον Ιησουίτη Νάφτα, καθηγητή των κλασικών γλωσσών και της φιλοσοφίας, καθώς επίσης ο μεγάλος του έρωτας, η Κλάβντια Σωσά και φυσικά ο ξάδερφός του Γιοάχιμ Τσείμσεν.
Πλήθος άλλων ηρώων συμμετέχουν στις συνειδησιακές ανατροπές του νεαρού Κάστορπ: ο αυλικός σύμβουλος Μπέρενς, ο βοηθός Κροκόφσκι και προς το τέλος ο Μυνχέερ Πέπερκορν, άνθρωπος επιβλητικής παρουσίας και προσωπικότητας.
Το σανατόριο εκφράζει μια θανατερή ατμόσφαιρα, που λόγω της ιδιότητάς της διαβρώνει το χαρακτήρα του Κάστορπ, ελκύοντας παράλληλα το ενδιαφέρον του και την περιέργειά του. Μόνο ο μέντοράς του, ο Σεττεμπρίνι, του επισημαίνει ότι οι συνεχείς κατακλίσεις, τα πολυπληθή πλούσια γεύματα και η αποκοπή από το σύνηθες περιβάλλον στα «πεδινά» δεν είναι ό,τι καλύτερο για τον νεαρό μηχανικό.
Το στοιχείο του χρόνου αντιμετωπίζεται με δυο τρόπους στο μυθιστόρημα. Κατ’ αρχάς με την ιστορική έννοια, τοποθετώντας το ιστορικά. Εκεί όμως που εστιάζεται κυρίως ο συγγραφέας και μας δίνει εκπληκτικές στοχαστικές σελίδες είναι το είδος του χρόνου που βιώνει στο σανατόριο ο ήρωάς του. Ο χρόνος απεκδύεται το συνηθισμένο του ένδυμα, τις ανθρώπινες βάσεις του στην επανάληψη, στην κυκλικότητα, στην κίνηση και προσομοιάζει περισσότερο ως εμπειρία στο όριο της απώλειας της αίσθησής του, στην αχρονικότητα. Ο ίδιος ο ήρωας, επιζητώντας κάθε φορά να δίνει μια διαρκή ολοκληρωμένη παρουσία στον κόσμο των ιδεών του, καθιστά κάθε χρονική στιγμή ένα ανανεούμενο παρών.
Οι χαρακτήρες του έργου, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Χανς Κάστορπ εμφανίζονται να υπερβαίνουν εαυτούς, δηλαδή λειτουργούν και ως εκπρόσωποι από κόσμους, φυλές, πνευματικούς χώρους. Σε καμιά περίπτωση όμως χάρις στο διεισδυτικά αναλυτικό ύφος του συγγραφέα δεν χάνουν τη ζωντάνια και την πειστικότητά τους.

Δημήτρης Παλάζης,

Ο "θείος Βάνιας" του Τσέχοφ στο Εθνικό Θέατρο


Στα προτερήματα του «θείου Βάνια» του Τσέχοφ δεν είναι η πλοκή. Εξαιρετικά απλή, λειτουργεί σαν πρόσχημα, σαν αφορμή για να εκδηλωθούν τα συναισθήματα των ηρώων. Ο καθηγητής Σερεμπριακόφ, συνταξιούχος, και η κατά πολύ νεαρότερή του σύζυγος, η όμορφη Ελένα αποφάσισαν να εγκατασταθούν στο υποστατικό τους στη ρώσικη επαρχία. Το υποστατικό συντηρούν για λογαριασμό του καθηγητή ο Βάνιας και η ανιψιά του Σόνια, κόρη του καθηγητή από τον πρώτο του γάμο.

Η εγκατάσταση του ζεύγους Σερεμπριακόφ απορυθμίζει τη ζωή των ανθρώπων του κτήματος και λειτουργεί σαν καταλύτης στα όσα θα διαγραμματιστούν.
Η όμορφη αλλά πιστή Ελένα προκαλεί με την παρουσία της συναισθηματικές αναταράξεις. Χαμένα όνειρα και ανεκπλήρωτοι πόθοι αναδύονται στα κεντρικά πρόσωπα του τσεχοφικού δράματος. Νοιώθουν συνειδητά ή ασυνείδητα τη φθορά και τη μονοτονία της καθημερινότητας, επιζητούν να δοθεί ένα νόημα στη ζωή, να βρεθεί μια διέξοδος. Τελικά η μόνη διέξοδος θα είναι η φυγή ή η παραμονή.

Το σκηνικό του Χέρμπερτ Μουράουερ είναι λιτό - μου φέρνει στο νου προθάλαμο σανατορίου, όπου οι ήρωες είναι ένα είδος εγκλείστων – εξυπηρετεί όμως τους στόχους του Γιάννη Χουβαρδά ν’ αναδείξει την ποιητικότητα των τσεχοφικών διαλόγων και να ψυχογραφήσει τους ήρωες. Η χρήση του βίντεο και της γαλλικής μουσικής και γενικότερα η μεταφορά του έργου σε εποχή κοντά στη δική μας κινούνται προς την κατεύθυνση της ψυχογράφησης των ηρώων και της ανάδειξης των παθών και των κορυφώσεων που διαπερνούν το είναι τους.
Ξεχώρισα την Άλκηστις Πουλοπούλου (Σόνια) στο ρόλο της εργατικής χωριατοπούλας, το Νίκο Χατζόπουλο (Βάνιας) στο ρόλο του έντιμου νοήμονα επιστάτη και του παλαίμαχου Γιάννη Βογιατζή (Μαρίνα), χωρίς οι υπόλοιποι να υστερούν στο σύνολο.

Εξαιρετικά επίκαιρο το οικολογικό μήνυμα που εισέρχεται στο έργο μέσω του γιατρού Άστροφ.


Μετάφραση Χρύσα Προκοπάκη
Σκηνοθεσία Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά - κοστούμια Χέρμπερτ Μουράουερ
Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
Φωτισμοί Λευτέρης Παυλόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη Νατάσσα Τριανταφύλλου
Βοηθός σκηνογράφου Μαριαλένα Λαπατά

Διανομή:
Σερεμπριακόφ: Μάνος Βακούσης
Ελένα: Μαρία Σκουλά
Σόνια: Άλκηστις Πουλοπούλου
Μαρία Βασίλιεβνα: Μάγια Λυμπεροπούλου
Βάνιας: Νίκος Χατζόπουλος
Άστροφ: Ακύλας Καραζήσης
Τελιέγκιν: Μάνος Σταλάκης
Μαρίνα: Γιάννης Βογιατζής
Εργάτης: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου
Αγ. Κωνσταντίνου 22- 24, Ομόνοια, τηλ. 2105288170


Δημήτρης Παλάζης, 02/02/2010